Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ – Το φιάσκο της Στάζι

α περιβόητα αρχεία της Στάζι επικαλούνται οι τρομοκυνηγοί της πολιτικής και της τρομοκρατίας, θεωρώντας ότι εκεί κρύβονται όλα τα μυστικά των ένοπλων οργανώσεων. Τελικά, όμως, καταλήγουν στους φακέλους της χουντικής Ασφάλειας.

Δεν μπορεί να είναι αυτοί οι κακομοίρηδες η «17 Νοέμβρη»! Κάποιοι σπουδαίοι κρύβονται πίσω τους. Η διαπίστωση αυτή, κάτι μεταξύ έκπληξης, απογοήτευσης και αμηχανίας, ενώνει τους αναλυτές και σχολιαστές του καλοκαιρινού αντιτρομοκρατικού θρίλερ, ανεξάρτητα από την πολιτική και ιδεολογική τους τοποθέτηση. Από τους αμερικανούς επισήμους μέχρι τη γραμματέα του ΚΚΕ και από τον Τράγκα μέχρι τον Τέλλογλου, όλοι πιέζουν για την ανακάλυψη του «άλλου», εφόσον «αυτό» που βρίσκεται στις φυλακές είναι πολύ φτωχό για να αντέξει όλους τους μύθους που είχαν πλαστεί επί τρεις δεκαετίες.

Δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο έδαφος για να ανθίσει η παλιά καλή συνωμοτική θεωρία. Η απάντηση είναι έτοιμη: «Ολα τα λένε τα αρχεία της Στάζι. Γι’ αυτό και δεν τα αξιοποίησαν οι αρχές, παρά το γεγονός ότι αυτά τα αρχεία αποκαλύπτουν ονόματα και διευθύνσεις των τρομοκρατών».

Πολλοί υπαινιγμοί

Ούτε ένα μέσο ενημέρωσης δεν αντιστάθηκε τους τελευταίους δύο μήνες στον πειρασμό να καταγγείλει ανοιχτά ή έστω να υπαινιχθεί με σαφήνεια ότι υπήρξε ολιγωρία των ελληνικών διωκτικών αρχών με τα περίφημα αρχεία.

Αντιγράφουμε ορισμένα ενδεικτικά καλοκαιρινά πρωτοσέλιδα:

*«Σάλος για τους 9 Ελληνες της Στάζι» (Αδεύσμευτος Τύπος -ΡΙΖΟΥ, 5/8)

*«Οι 8 Ελληνες συνεργάτες του Κάρλος» (Espresso, 10/8)

*«Τα αρχεία της Στάζι πολύτιμος οδηγός…» (Καθημερινή, 11/8)

*«Ολοι οι άνθρωποι του ΕΛΑ – Ποια άτομα συμμετείχαν στην οργάνωση που έστησε η Στάζι» (Αυριανή, 12/8)

*«Αυτοί είναι οι τρομοκράτες που «έδειξε» ο Παπαθεμελής» (Espresso, 12/8)

*«Σε κλοιό ο Ιταλός της 17Ν – Από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, στον ΕΛΑ και τη Στάζι» (Απογευματινή, 17/8)

*«Η Στάζι μας έδωσε τους 9 ηγέτες του ΕΛΑ» (Εθνος, 25/8)

*«Το πρώτο όνομα από τη λίστα των Γερμανών» (Χώρα, 26/8)

*«Η σχέση ΕΛΑ-Κάρλος στα αρχεία της Στάζι» (Τύπος της Κυριακής, 1/9)

Τα δημοσιεύματα αυτά περιλάμβαναν και ορισμένα ονόματα Ελλήνων. Δειλά-δειλά στην αρχή, με ψευδώνυμα και αρχικά, αλλά στη συνέχεια φαρδιά πλατιά. Αλλού αναφέρονταν 9, αλλού 8 και αλλού 4 ή 3 ονόματα. Ακολούθησαν κάποιες διαμαρτυρίες και ορισμένοι θιγόμενοι κατέθεσαν αγωγές, αλλά η υπόθεση διαρκώς επανέρχεται στο προσκήνιο. Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση της «Espresso» σε ανυπόγραφο ρεπορτάζ:

«Το 1995 οι γερμανικές αρχές προσέφεραν στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σερβιρισμένη στο πιάτο την εξάρθρωση του ΕΛΑ και ίσως της 17Ν (…) Και όμως! Επτά ολόκληρα χρόνια αργότερα όχι μόνο δεν έγινε καμιά σύλληψη, αλλά η κυβέρνηση επιμένει ακόμα στην -αδιέξοδη όπως φαίνεται να είναι- «εξάρθρωση» της ομάδας Κουφοντίνα-Γιωτόπουλου» (20/8).

Τα περιβόητα αρχεία

Δεν είναι πρώτη φορά που προβάλλεται αυτή η «αποκάλυψη». Πριν από οκτώ χρόνια ο «Ελεύθερος Τύπος» δημοσίευσε ως «παγκόσμια αποκλειστικότητα» τα ονόματα αυτά επί σειρά ημερών (Δεκέμβριος 1994) με τον τίτλο «Τα φρικτά μυστικά 17Ν και ΕΛΑ. Στο φως για πρώτη φορά τα φοβερά μυστικά αρχεία της ανατολικογερμανικής Στάζι».

Προς επίρρωση των «αποκαλύψεων» η εφημερίδα έκανε χρήση μιας λίστας παρακολουθήσεων που είχε συντάξει η Ασφάλεια το 1979 και στην οποία περιλαμβάνονταν 251 αντιστασιακοί ως ύποπτοι εξτρεμιστικών ενεργειών. Ανάμεσά τους ο Μανόλης Γλέζος, ο Παναγιώτης Κρητικός, κ.ά. Οταν υπέβαλε μήνυση ένας από τους αναφερόμενους, η διεύθυνση της εφημερίδας αναδιπλώθηκε με τη δήλωση ότι «δεν υιοθετούμε όσα γράφουν τα αρχεία της Στάζι και της Ασφάλειας, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να τα δημοσιεύσουμε».

Τα ίδια ακριβώς «ντοκουμέντα» χρησιμοποιούνται στα δημοσιεύματα και τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ των ημερών. Κεντρικό ρόλο σ’ αυτές τις αποκαλύψεις παίζουν τέσσερις Ελβετοί, οι οποίοι εμφανίζονται ως οι άνθρωποι της ομάδας Κάρλος που ήρθαν σε επαφή με τους Ελληνες του ΕΛΑ για να σχεδιάσουν και να πραγματοποιήσουν δύο τουλάχιστον τρομοκρατικές ενέργειες σε ελληνικό έδαφος. Πρόκειται για την απόπειρα εναντίον του σαουδάραβα πρέσβη (1983) και την τοποθέτηση βόμβας στο μπαρ «Οσκαρ» της Γλυφάδας (1988).

Στην υπόθεση φέρεται αναμειγμένος ο υπαρχηγός του Κάρλος Γιοχάνες Βάινριχ και ο τότε υπεύθυνος του τομέα ΧΧΙΙ της Στάζι Χέλμουτ Φόιγκτ. Ο Βάινριχ έχει ήδη καταδικαστεί σε ισόβια τον Ιανουάριο του 2000 για άλλη υπόθεση (έκρηξη στο γαλλικό πολιτιστικό κέντρο στο Βερολίνο το 1983) από γερμανικό δικαστήριο, με βάση την επιβαρυντική κατάθεση του Φόιγκτ.

Ο ίδιος ο Φόιγκτ έχει καταδικαστεί σε τέσσερα χρόνια φυλακή, αλλά αφέθηκε ελεύθερος επειδή αποδείχθηκε συνεργάσιμος.

Αλλωστε ο τρόπος που συνελήφθη στην Αθήνα το 1992 ο Φόιγκτ και η έκδοσή του στη Γερμανία μετά ολιγόμηνη παραμονή του υπό κράτηση στη χώρα μας επιβεβαιώνει το γεγονός ότι υπήρξε ένα από τα στελέχη της Στάζι που δέχτηκαν να συνεργαστούν με τις υπηρεσίες του ενιαίου κράτους.

Η τύχη των Ελβετών

Αλλά ο «ελληνικός σύνδεσμος» του Κάρλος και ο μίτος που θα μας οδηγήσει στην αποκάλυψη των «παππούδων του ΕΛΑ» είναι -σύμφωνα με τα δημοσιεύματα- αυτοί οι τέσσερις Ελβετοί, οι οποίοι συνελήφθησαν με βάση αναφορές από τα αρχεία της Στάζι.

Πρόκειται για το μεγαλύτερο φιάσκο στην καριέρα της Κάρλα ντελ Πόντε, η οποία εκείνη την περίοδο (1994) ήταν ομοσπονδιακή εισαγγελέας στην Ελβετία.

Μέσω της ουγγρικής μυστικής υπηρεσίας είχε προμηθευτεί κάποια έγγραφα της Στάζι και με βάση αυτά διέταξε τη σύλληψη τεσσάρων γνωστών ακτιβιστών του αντιπυρηνικού κινήματος και της αριστεράς με την κατηγορία ότι μετείχαν στην ομάδα Κάρλος. Προηγήθηκε δημοσίευμα του γαλλικού περιοδικού «Illustre» (30.8.94), το οποίο πίεζε να γίνουν συλλήψεις των τεσσάρων: του Τζιόρτζιο Μπελίνι, της Μαρίνα Μπέρτα, της Μπέρτε και του Ολιβιέ ντε Μαρσέλους.

Οι τέσσερις κρατήθηκαν στις ελβετικές φυλακές επί τρεις σχεδόν μήνες, χωρίς να τους απαγγελθεί καμιά κατηγορία.

Η υπόθεση κατάρρευσε μέσα στο Δεκέμβριο του 1994. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της ντελ Πόντε, η οποία ζήτησε βοήθεια από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, το Λίβανο και την Τσεχία, δεν στοιχειοθετήθηκε καμιά ενοχή των τεσσάρων. Αποφυλακίστηκαν και οι τέσσερις και δεν ξαναενοχλήθηκαν από την ντελ Πόντε. Οι δύο μάλιστα απ’ αυτούς προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και πέτυχαν την καταδίκη της Ελβετίας και την αποζημίωσή τους για την αδικαιολόγητη φυλάκιση.

Η αίτηση 27426/95 του Τζιόρτζιο Μπελίνι και η αίτηση 28256/95 της Μαρίνα Μπέρτα κατά της Ελβετίας εκδικάστηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις 30 Νοεμβρίου 2000 και οι αποφάσεις βγήκαν την 1η Μαρτίου 2001.

Και στις δύο περιπτώσεις το Δικαστήριο του Στρασβούργου δικαίωσε τους προσφεύγοντες και αναγνώρισε ότι το ελβετικό κράτος παραβίασε το άρθρο 5, παράγραφος 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Υποχρέωσε μάλιστα το ελβετικό κράτος να καταβάλει εντός τριών μηνών στον Μπελίνι 2.000 ελβετικά φράγκα για ηθική βλάβη και 4.000 για τα δικαστικά του έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2 της Σύμβασης. Το αντίστοιχο ποσό για την Μπέρτα ήταν συνολικά 4.000 φράγκα.

Οι αποφάσεις περιγράφουν λεπτομερώς τις συνθήκες σύλληψης και κράτησης των Ελβετών. Μεταφράζουμε από την πρώτη υπόθεση:

*«Στις 20 Σεπτεμβρίου 1994 ο προσφεύγων συνελήφθη και φυλακίστηκε με την «επείγουσα υποψία» ότι είχε συμμετάσχει μαζί με την τρομοκρατική ομάδα του Κάρλος σε μια επίθεση εναντίον του ραδιοσταθμού Radio Free Europe στο Μόναχο και σε επιθέσεις εναντίον διπλωματών στο Λίβανο και της Γαλλίας. Το ένταλμα σύλληψης αναφερόταν στον κίνδυνο φυγής του δράστη και στο ενδεχόμενο διάπραξης νέων επιθέσεων. Στις 22 Σεπτεμβρίου ο ανακριτής της Βέρνης επικύρωσε την κράτηση. Η απόφασή του ανέφερε ότι οι υποψίες βασίζονταν σε φακέλους των υπηρεσιών ασφαλείας της Ανατολικής Γερμανίας και την υπηρεσία πληροφοριών της Ουγγαρίας. Σύμφωνα με την απόφαση, η κράτηση θεωρήθηκε απαραίτητη προκειμένου να μην έρθει ο ύποπτος σε επαφή με άλλα μέλη της συνωμοτικής ομάδας.

»Την Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 1994 ο προσφεύγων υπέβαλε αίτημα στην ομοσπονδιακή εισαγγελέα να αρθεί η κράτησή του. Στις 25 Οκτωβρίου το αίτημα απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι απαιτούνταν και άλλες έρευνες. Στις 31 Οκτωβρίου ο προσφεύγων κατέθεσε έφεση, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζονται τα άρθρα 5.1, 5.2, 5.4 και 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και διαμαρτυρόμενος ότι είχαν περάσει έξι βδομάδες χωρίς να εξεταστεί η νομιμότητα της κράτησής του από κάποιο δικαστήριο, σύμφωνα με το νόημα του άρθρου 5, παρ. 4 της Σύμβασης και ότι δεν είχε μπορέσει να συμβουλευτεί τον φάκελο της υπόθεσης. (σ.σ.: Υστερα από διάφορα διαδικαστικά τρικ) τις 21 Νοεμβρίου το αίτημα και πάλι απορρίφθηκε.

»Οσο για τη διαμαρτυρία ότι δεν μπορούσε να συμβουλευτεί το φάκελο της υπόθεσης, το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε γνώση των βασικών εγγράφων. Η απόφαση επέμεινε επίσης στο γεγονός ότι υπήρχαν ικανές υποψίες ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα και ότι ήταν ύποπτος φυγής και διάπραξης νέων αδικημάτων.

»Τελικά στις 30 Νοεμβρίου η ομοσπονδιακή εισαγγελέας διέταξε την απόλυση του κρατουμένου. Η απόφασή της, μεταξύ άλλων, διαπίστωνε ότι δεν επιβεβαιώθηκαν οι αρχικές υποψίες».

Ανάλογες είναι οι διατυπώσεις και της δεύτερης απόφασης που αναφερόταν στη Μαρίνα Μπέρτα:

*«Στις 19 Σεπτεμβρίου 1994 η ομοσπονδιακή εισαγγελέας εξέδωσε ένα ένταλμα σύλληψης εις βάρος της προσφεύγουσας, με την υποψία ότι διέπραξε δολοφονίες κατ’ εξακολούθηση, ως μέλος της τρομοκρατικής ομάδας του Κάρλος (…) Την ίδια μέρα η προσφεύγουσα συνελήφθη στο Λοκάρνο και παρέμεινε στη φυλακή». Η συνέχεια είναι παρόμοια. Παρά το αίτημα αποφυλάκισης, η κράτηση διατηρήθηκε έως τις 13 Δεκεμβρίου 1994, οπότε η ομοσπονδιακή εισαγγελέας διέταξε την αποφυλάκιση, με το σκεπτικό ότι δεν επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες.

Θυμίζουμε ότι το άρθρο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που παραβιάστηκε στην υπόθεση αυτή προβλέπει ότι «κάθε πρόσωπο που στερείται την ελευθερία του συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ώστε να αποφασίσει εντός βραχείας προθεσμίας επί του νομίμου της κρατήσεώς του και να διατάξει την απόλυσή του σε περίπτωση παρανόμου κρατήσεως» (άρθρο 5, παρ. 4).

Για τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης η δικαστική δικαίωση των τεσσάρων Ελβετών δεν θεωρείται είδηση. Ο λόγος είναι προφανής. Η πανηγυρική απαλλαγή των Ελβετών «συνεργών του Κάρλος» διαψεύδει αυτομάτως και τις «διαρροές» των ελληνικών ονομάτων. Η «αποκάλυψη» καταρρέει. Οι ίδιοι ρεπόρτερ που έχουν τόσο βαθιά εισδύσει στο άβατο της Στάζι και της CIA δυσκολεύονται να ενημερωθούν για τις δημόσιες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Και εξακολουθούν να αφήνουν την εντύπωση ότι οι τέσσερις βρίσκονται στη φυλακή. «Χάρη στον Φόιγκτ καταδικάστηκαν μεγάλοι τρομοκράτες, όπως ο Κάρλος και ο Ντε Μαρσέλους», δηλώνει με στόμφο η Αννα Παναγιωταρέα στους Κακαουνάκη, Σόμπολο και Νηστικάκη (4/9). Ας εύχεται το Mega να μην παρακολουθεί τις πρωινές εκπομπές του καναλιού ο κ. ντε Μαρσέλους.

Δεν έχουν λοιπόν κανένα λόγο (ούτε και δυνατότητα) οι ελληνικές διωκτικές και δικαστικές αρχές να περιμένουν φως από τα περιβόητα αρχεία. Θα γνωρίζουν, άλλωστε, τη σχετική νομολογία των γερμανικών δικαστηρίων, από τα οποία ζήτησαν τη δικαστική συνδρομή.

*Η απόφαση του γερμανικού εφετείου στις 5 Μαΐου 1992 είναι κατηγορηματική:

«Τα αρχεία και οι πληροφορίες του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας (Στάζι) της πρώην ΓΛΔ δεν είναι κατά βάση κατάλληλα για την τεκμηρίωση μιας υποψίας ενοχής που απαιτεί το ένταλμα σύλληψης. Επιπλέον απαιτείται αυστηρός και ιδιαιτέρως κριτικός έλεγχος των πληροφοριών που αντλούνται από εκεί, διότι οι στόχοι και ο τρόπος εργασίας της Στάζι δεν ανταποκρινόταν σε καμία περίπτωση στις προδιαγραφές ερευνών ενός κράτους δικαίου».

Την ίδια τοποθέτηση έχει και ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ε.τ. Παναγιώτης Νικολοδήμος, ο οποίος διαδέχθηκε τον Τσεβά στη θέση του επικεφαλής των ερευνών για την τρομοκρατία. Ο κ. Νικολοδήμος δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι επιθυμεί να θολώσει τα νερά ή να απαλλάξει από τις κατηγορίες πολίτες που αντιστάθηκαν στη χούντα (και σήμερα κατηγορούνται ως τρομοκράτες), εφόσον ο ίδιος διατέλεσε βασιλικός επίτροπος στο έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Στο αυτοβιογραφικό του πόνημα «Το ημερολόγιο ενός εισαγγελέως» ο κ. Νικολοδήμος εξηγεί αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους τα αρχεία της Στάζι δεν προσέφεραν τίποτα στην εξιχνίαση των τρομοκρατικών χτυπημάτων:

*«Οπως είναι γνωστόν για να διωχθεί κάποιος πρέπει να υπάρχουν και σοβαρές ενδείξεις τελέσεως του εγκλήματος. Οι ελληνικές διωκτικές αρχές με ανωτάτους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ ηρεύνησαν τα αρχεία των μυστικών υπηρεσιών (Στάζι) της Ανατ. Γερμανίας και σε κάποιες σημειώσεις ανεκάλυψαν τα επίθετα τριών Ελλήνων. Ομως και αν ακόμη τα άτομα αυτά ανεφέροντο ως μέλη τρομοκρατικής οργανώσεως (νομίζω ότι για το ένα υπήρχε τέτοια ένδειξις) η αναφορά αυτή και μόνη δεν ήτο αρκετή δια να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον τους χωρίς άλλα στοιχεία.

»Οπως δε όλοι γνωρίζουμε εις τας δέλτους των μυστικών υπηρεσιών και μάλιστα κομμουνιστικών κρατών ενεγράφοντο ψευδείς και ανεξακρίβωτες πληροφορίες αναλόγως των επιδιώξεων και της σκοπιμότητας τας οποίας εξυπηρετούσαν, στηριζόμεναι σε δελτία αγνώστων «πρακτόρων», θα βρεθεί ποτέ δικαστής να λάβει σοβαρώς υπ’ όψιν του τέτοιες εγγραφές άνευ άλλων στοιχείων;

Οπως γνωρίζω, ο αρμόδιος εισαγγελεύς κ. Ι. Διώτης αναζητώντας και αυτός στοιχεία, μετέβη κατ’ επανάληψιν εις την Γερμανίαν και συνειργάσθη με τον εισαγγελέα εφετών του Βερολίνου, ο οποίος επί πολλά έτη ασχολείται με την τρομοκρατίαν. Φαίνεται ότι δεν ανεκάλυψε κι αυτός τίποτε νεώτερον και δη στοιχεία που οδηγούν σε τρομοκράτες. Ετσι οι «πληροφορίες» αυτές διεβιβάσθησαν αρμοδίως εις τακτικόν ανακριτήν ο οποίος όμως, για να απαγγείλει κατηγορίαν, πρέπει να έχει και άλλα σοβαρά στοιχεία. Είναι προφανές ότι η αναγραφή ονομάτων σε κάποια μυστική υπηρεσία δεν είναι, άνευ ετέρου, επαρκές στοιχείον διά την στήριξιν κατηγορίας, πολύ δε περισσότερον παραπομπής και προφυλακίσεως.

»Την αναζήτησιν τέτοιων στοιχείων είχε ως σκοπόν εις το παρελθόν η εκ μέρους του αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου διεξαγόμενη προκαταρκτική εξέτασις η οποία όμως εις ουδέν κατέληξεν. Είναι γεγονός ότι ορισμένοι μάρτυρες υπεδείκνυαν ως πιθανούς τρομοκράτας διάφορα πρόσωπα χωρίς όμως να αναφέρουν και συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία θ’ απεδείκνυον τας υποψίας των. Βεβαίως η προσοχή του εισαγγελέως εστρέφετο και προς τα υποδεικνυόμενα πρόσωπα. Τελικώς όμως κανένα στοιχείον δεν ενίσχυε την κατηγορίαν. Ενθυμούμαι ότι κάποιος «πληροφοριοδότης» εξετασθείς ως μάρτυς υπέδειξε ως τρομοκράτας διάφορα πρόσωπα, αστυνομικούς, δημοσιογράφους ακόμη δε και δικαστήν!»

Αφού συμβαίνουν όλα αυτά, τότε γιατί επανέρχεται διαρκώς ο μύθος των «φοβερών αρχείων»; Εκτός από την προφανή επιθυμία των μέσων ενημέρωσης να επενδύσουν με λίγο μυστήριο αυτή την τόσο πεζή εξάρθρωση της 17Ν, υπάρχουν και δύο τουλάχιστον πολιτικοί που επιμένουν συνεχώς στο θέμα με συνεντεύξεις αλλά και ερωτήσεις στη Βουλή.

Πρόκειται για τον κ. Παπαθεμελή και τον κ. Καμμένο. Ο πρώτος, βρήκε κατάλληλο κλίμα για να διεκδικήσει την υστεροφημία του. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι εκδιώχθηκε από το υπουργείο Δημόσιας Τάξης όχι ως αποτυχημένος (υπόθεση ΜΑΒΗ, κινητοποιήσεις αγροτών), αλλά επειδή κάποιο αόρατο χέρι τον εμπόδισε να ενεργοποιήσει τα αρχεία της Στάζι, ενώ αυτός ήδη «ακουμπούσε» τους τρομοκράτες.

Το φιλέτο της CIA

Οσο για τον κ. Καμμένο, αυτός θεωρεί εαυτόν ειδήμονα στην τρομοκρατολογία, επειδή έχει συγγράψει σχετικό βιβλίο, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Γρυλλάκη. Πρόκειται για το περίφημο πόνημα που «αποκαλύπτει» ότι ο Κάρλος δολοφονήθηκε από πράκτορα της KGB (σελ. 141)! Φυσικά ο Κάρλος ζει στις γαλλικές φυλακές και ήδη ετοιμάζει το γάμο του.

Σημειώνουμε και την έμπνευση των συνηγόρων πολιτικής αγωγής της οικογένειας του Τζώρτζη Αθανασιάδη (Λυκουρέζος, κ.ά.) που ζήτησαν να περιληφθούν στη δικογραφία όλα τα αρχεία της Στάζι (!), εφόσον μέχρι στιγμής δεν υπάρχει σύνδεση της δολοφονίας του εκδότη με την υπόθεση της 17Ν.

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού οι μεγάλοι μας σύμμαχοι γελάνε μ’ αυτή την ιστορία.

Οπως είναι γνωστό, η CIA έχει «απαλλοτριώσει» ήδη στις αρχές του 1990 το «φιλέτο» των αρχείων της Στάζι, δηλαδή τους φακέλους των πρακτόρων της Στάζι σε όλες τις δυτικές χώρες. Η ενέργεια της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας ονομάστηκε «Επιχείρηση Rosewood» και πραγματοποιήθηκε μέσω ρωσικών επαφών έναντι 1.5 εκατ. δολαρίων («Time», 8/2/99). Οι Γερμανοί προσπαθούν όλα αυτά τα χρόνια να πάρουν πίσω τα αρχεία.

Οι αμερικανικές αρχές είχαν υποσχεθεί ότι αυτό θα γινόταν εντός του 2000. Τώρα λένε θα τα δώσουν μέχρι το τέλος του 2002. Ομως δεν θα επιστρέψουν τα πρωτότυπα, αλλά αντίγραφα σε CD-ROM. Ούτως ή άλλως τα αρχεία αυτά είναι πλέον αρχεία «Στάζι-CIA».

(Ελευθεροτυπία, 22/9/2002)

iospress.gr

Τα διαπλεκόμενα της τρομοκρατίας

Ως σημαντικότερη απόδειξη των σχέσεων της Στάζι με τη «διεθνή τρομοκρατία» αναφέρονται συχνά οι αποκαλύψεις για την διαπλοκή της ανατολικογερμανικής μυστικής υπηρεσίας με τη σημαντικότερη δυτικογερμανική ένοπλη ομάδα, τη RAF, μετά το 1978.

Πρόκειται για μια είδηση που δημιούργησε μεγάλη αίσθηση όταν πρωτοβγήκε στο φως της δημοσιότητας, τον Ιούνιο του 1990: «Οι τρομοκράτες της RAF ζούσαν επί χρόνια στο έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας. Οι αρχές τούς είχαν εφοδιάσει με πλαστές ταυτότητες και τους υποστήριζαν οικονομικά». Πολύ γρήγορα ολόκληρος ο γερμανικός τύπος γέμισε με ρεπορτάζ και αποκαλύψεις για τη «φονική συμμαχία» (περιοδικό «Quick»). Εκδόθηκαν ακόμα και βιβλία με λεπτομερείς περιγραφές των ενεργειών της RAF, τις οποίες υποτίθεται ότι εμπνεύστηκε και σχεδίασε η Στάζι.

Λίγα χρόνια αργότερα η υπόθεση έχει εντελώς ξεφουσκώσει. Ακόμα και οι σχετικές διώξεις που ασκήθηκαν εις βάρος των ανατολικογερμανών υπευθύνων (του τότε υφυπουργού κρατικής ασφάλειας Γκέρχαρντ Νάιμπερ και του αρχηγού του τμήματος καταπολέμησης της τρομοκρατίας της Στάζι Χορστ Φαντς) πήγαν στο αρχείο. Ο λόγος είναι απλός: Οι σχέσεις της RAF με το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας και τις μυστικές υπηρεσίες του αναπτύχθηκαν την άνοιξη του 1978, όταν η Ινγκε Βιτ της RAF συναντήθηκε με τον τότε διευθυντή του τμήματος 22 του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας Χάρι Νταλ. Το αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν η υπόσχεση των Ανατολικογερμανών ότι θα δέχονταν μέλη της RAF που θα επιθυμούσαν να βρουν καταφύγιο στη χώρα. Με βάση αυτή τη συμφωνία, υπήρξαν πράγματι αρκετά μέλη της RAF που αποσύρθηκαν και κρύφτηκαν στην Ανατολική Γερμανία.

Η προφανής διάθεση των ανατολικογερμανικών αρχών ήταν να στρατολογήσει πληροφοριοδότες. Ομως από πουθενά δεν επιβεβαιώνεται η συνεργασία των δύο πλευρών σε τρομοκρατικές επιθέσεις. Και το σημαντικότερο: όλα τα στοιχεία συγκλίνουν ότι η απόσυρση των στελεχών της RAF στο έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας έγινε κατά πάσα πιθανότητα με τη συναίνεση της Δυτικής Γερμανίας! Υπάρχουν μάλιστα μαρτυρίες ότι υπήρξε σ’ αυτό το σημείο μυστική συμφωνία μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών.

Θυμίζουμε ότι η επαφή RAF-Στάζι πραγματοποιείται λίγους μήνες μετά το «γερμανικό φθινόπωρο», τον τραγικό θάνατο των ηγετικών στελεχών της οργάνωσης στα λευκά κελιά του Σταμχάιμ, το Μογκαντίσου, την εκτέλεση του Σλάγιερ. Η δυτικογερμανική κυβέρνηση καλόβλεπε το ενδεχόμενο να εξουδετερωθούν μέλη της οργάνωσης στο έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας και προσπαθούσε να αποφύγει τη δημιουργία ενός νέου Σταμχάιμ. Στις 25 Ιουλίου 1990 ένα ανώτατο στέλεχος της Στάζι ανέφερε στην τηλεοπτική εκπομπή Stern-TV ότι υπήρξαν απόρρητες συνομιλίες μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών πριν αρχίσουν οι Ανατολικογερμανοί να υποδέχονται και να υποθάλπουν μέλη της RAF.

Ο παλιός αρχηγός της Στάζι Εριχ Μίλκε ήταν διαφωτιστικός σε συνέντευξή του στο «Spiegel» (Αύγουστος 1992): «Είμαι πεισμένος ότι μ’ αυτό τον τρόπο προσφέραμε μια μεγάλη υπηρεσία στην Ομοσπονδιακή Γερμανία. Γι’ αυτό δεν φοβόμουν ότι κινδύνευαν οι σχέσεις μας με την ΟΔΓ». Πράγματι. Οι σχέσεις των δύο κρατών άρχισαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 να γίνονται ένθερμες.

Βέβαια, υπάρχει δυσκολία για τους τότε δυτικογερμανούς αρμόδιους να παραδεχτούν την ύπαρξη συμφωνίας. Μια τέτοια παραδοχή θα τους έθετε σήμερα μπροστά στον κίνδυνο να διωχτούν με βάση την περιβόητη «αντιτρομοκρατική» Παράγραφο 129α του Ποινικού Κώδικα, η οποία ποινικοποιεί κάθε είδους «υπόθαλψη τρομοκράτη». Αλλά τα μισόλογά τους επιβεβαιώνουν το γεγονός. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του τότε υπουργού Εσωτερικών Γκέρχαρντ Μπάουμ, αρμόδιου για το κυνήγι των τρομοκρατών: «Πώς θέλετε να γνωρίζω αν υπήρξαν παρόμοιες συνομιλίες;» (Stern-TV, 25/7/90). Αν δεν είχαν υπάρξει συνομιλίες, απλώς θα τις διέψευδε κατηγορηματικά.

Οσο για το είδος της επαφής RAF-Στάζι, διαφωτιστική είναι η τοποθέτηση του τότε προέδρου της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος Ρ. Μάγιερ: «Η RAF περιφρονούσε τον ορθόδοξο κομμουνισμό και φυσικά τις αρχές της ΓΛΔ. Ηθελε απλώς να εκμεταλλευτεί το πέρασμα στο έδαφός της. Δεν υπήρξε κανενός είδους ταύτιση. Αποκλείω εντελώς το ενδεχόμενο να υπήρξε η Στάζι καθοδηγητής ή συνεργός της RAF». Το επιβεβαιώνουν άλλωστε και τα περιβόητα αρχεία. Η επίσημη έκθεση του υπουργού Εσωτερικών της Γερμανίας στις 19 Ιουνίου 1991 είναι σαφής: «Τα αρχεία δεν περιέχουν καμιά ικανοποιητική ένδειξη για συνεργασία μεταξύ Στάζι και RAF». Στους φακέλους της Στάζι αναζητούμε -χρόνια τώρα- το μυστικό της εγχώριας τρομοκρατίας. Και όσο δεν το βρίσκουμε, τόσο περισσότερο ψάχνουμε. Μόνο που στο τέλος καταλήγουμε στους φακέλους της χουντικής Ασφάλειας!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Tobias Wunschik «Das Ministerium fuer Staatssicherheit und der Terrorismus in Deutschland» στο Heiner Timmermann «Diktaturen in Europa im 20 Jahrhundert», Βερολίνο 1996. Η σχέση της Στάζι με τις δυτικογερμανικές ένοπλες ομάδες, γραμμένη από έναν επιστημονικό συνεργάτη της ειδικής υπηρεσίας που έχει συσταθεί για τη διαχείριση των αρχείων της (BstU).

Fritz Schmaldienst, Klaus-Dieter Matschke «Carlos-Komplize Weinrich»
(Eichborn, Frankfurt am Main, 1995). Ενας δημοσιογράφος και ένας πράκτορας συντάσσουν τη βιογραφία του Βάινριχ, που θεωρείται ο ευρωπαίος «υπαρχηγός» του Κάρλος. Υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για τις σχέσεις του ΕΛΑ με τον Κάρλος, βασισμένο στα ίδια στοιχεία της Στάζι που δημοσιεύονται και στη χώρα μας από το 1994. Η ανάμειξη «στοιχείων» με «υποθέσεις» των συγγραφέων δυσκολεύει την αξιολόγηση των συμπερασμάτων τους.

Gerhard Wisnewski, Wolfgang Landgraeber, Ekkehard Sieker «Das RAF-Phantom» (Knaur, Muenchen 1992). Προσπάθεια ανάλυσης της τρίτης γενιάς της γερμανικής τρομοκρατίας. Πολύ ενδιαφέρον το κεφάλαιο για τις σχέσεις RAF-Στάζι και η σχετικοποίηση των αποκαλύψεων που προσφέρουν τα περίφημα αρχεία.

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
http://www.echr.coe.int/
Περιλαμβάνονται οι αποφάσεις του 2000, οι οποίες δικαιώνουν τους Ελβετούς που κατηγορήθηκαν με βάση τα αρχεία της Στάζι ως συνεργοί του Κάρλος.

Ρολφ Πόλε «Ο φάκελός μου στη Στάζι» («Ιός», 18/10/1998)
ospress.gr/ios
Απομυθοποίηση της σοβαρότητας των αρχείων της Στάζι, μέσω των στοιχείων που περιλαμβάνει ο φάκελος του γνωστού αγωνιστή. Ως «συνεργάτες του τρομοκράτη» αναφέρονται ο Κάρλος και ο… Ευάγγελος Γιαννόπουλος.

(Ελευθεροτυπία, 22/9/2002)

iospress.gr

Advertisements
This entry was posted in Αρθρα and tagged . Bookmark the permalink.