Μια ανατριχιαστική επίσκεψη στο Μουσείο της Στάζι- Πώς η ζωή των άλλων γίνεται Ιστορία

Για μισό αιώνα, ένα σύστημα ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων στην καρδιά του Λίχτενμπεργκ βρισκόταν βυθισμένο κι απροσπέλαστο στη σκιά του μυστηρίου, μία τρύπα στο κέντρο του ανατολικού Βερολίνου: πυρηνικά εργοστάσια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, μυστικές υπηρεσίες, διαστημικά προγράμματα, φαρμακαποθήκες; Ελάχιστοι ήξεραν τι ακριβώς κρυβόταν πίσω από τα οδοφράγματα και τους ένοπλους φρουρούς.

«Ένα πρωινό του Απρίλη του 1973 η Γκεοργκίνα Κ. βρέθηκε να διασχίζει τους δρόμους του ανατολικού Βερολίνου μέσα σ’ ένα λευκό, αδιάφορο φορτηγάκι διανομής γάλακτος».

Έχω επισκεφθεί το Βερολίνο τέσσερις φορές. Κάθε φορά με ολοένα και μεγαλύτερη προσμονή.

Ούσα αθώα κι ανυποψίαστη τουρίστρια, η γνώση μου του πρώην ανατολικού του μέρους κάλυπτε μέχρι προσφάτως τις τρεις όμορες γειτονιές τoυ Μίττε, Πρεντσλάουερ Μπεργκ και Φριντριχσχάιν: την αλματώδη τους μεταμόρφωση από φτωχογειτονιές σε μποέμ συνοικίες μετά την πτώση του Τείχους, τα «ψαγμένα» τους μπαρ, το πάρκο Μάουερ (οικογένειες τουρκικής καταγωγής με παιδιά για μπάρμπεκιου τις Κυριακές/ τουρίστες σε διαγωνισμό καραόκε/ πλανόδιοι έμποροι κάθε λογής/ τραγουδοποιοί αναπάντεχων ικανοτήτων/ πολλή, πολλή φούντα) στην πρώην Νεκρή Ζώνη ανάμεσα στους γαλλικούς και σοβιετικούς τομείς της πόλης· τις κομμούνες που ξενυχτούν, τα γκραφίτι που κάνουν τα δικά μας Εξάρχεια να κοκκινίζουν από τη ντροπή τους, τις μεγάλες, σοβιετικές λεωφόρους, τα σβησμένα ίχνη των Ναζί, τα χάλκινα, τετράγωνα αποτυπώματα των Εβραίων θυμάτων τους, τις φτηνές μπίρες, τον ανέμελο χρόνο, τα ποδήλατα που παραβιάζουν κάθε κανόνα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας.

Αυτή τη φορά, το τραμ στο οποίο επιβιβαζόμαστε στην Αλεξάντερπλατς με το φίλο Χρήστο Α. μάς οδηγεί ανατολικότερα, στη γειτονιά του Λίχτενμπεργκ: εμβληματικές, τετράγωνες πολυκατοικίες της σοβιετικής εποχής, ατέλειωτες, ίσιες λεωφόροι, τεράστια, άδεια πάρκα που καταλήγουν σε χωματερές, ένας συνοικιακός φούρνος στη μέση του πουθενά, αρχιτεκτονικά εκτρώματα της εποχής της Περεστρόικα σε αποχρώσεις πορτοκαλί και μωβ, παρατημένα εργοστάσια, μπετονένια μεγαθήρια που έχουν μετατραπεί σε Holiday Inn, νεαροί με αέρα πιο ματσό και τατουάζ πιο άγαρμπα από εκείνα των διανοούμενων, λεπτεπίλεπτων αγοριών του Μίττε. Για μισό αιώνα, ένα σύστημα ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων στην καρδιά του Λίχτενμπεργκ βρισκόταν βυθισμένο κι απροσπέλαστο στη σκιά του μυστηρίου, μία τρύπα στο κέντρο του ανατολικού Βερολίνου: πυρηνικά εργοστάσια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, μυστικές υπηρεσίες, διαστημικά προγράμματα, φαρμακαποθήκες; Ελάχιστοι ήξεραν τι ακριβώς κρυβόταν πίσω από τα οδοφράγματα και τους ένοπλους φρουρούς.

Στα νούμερα 60, 62 κι 64 της οδού Γκένσλερ προσπερνούμε κάτι τυπικές, γερμανικές μονοκατοικίες από σκούρο ξύλο ή άγριο μπετόν, με τα λουλουδάκια τους και τον κηπάκο τους, τους ξύλινούς τους φράχτες. Απέναντι είναι το ξενοδοχείο Κολόμπους κι ένα κτήριο με στούντιο καλλιτεχνών και μηνιαία ενοίκια σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές. Στο νούμερο 66 υψώνονται οι τοίχοι των άλλοτε κεντρικών φυλακών της Στάζι: του νευραλγικού κέντρου της απαγορευμένης περιοχής του Λίχτενμπεργκ. Όταν της έλυσαν τα μάτια, η Γκεοργκίνα Κ. βρισκόταν σ’ ένα χώρο κράτησης τρία επί τέσσερα. Γδύθηκε, παρέδωσε τα ρούχα της και οι γυμνές της πατούσες ίδρωσαν πάνω στο πλαστικό λινόλαιο. Έξω από τα κάγκελα, ένας και μοναδικός φρουρός μιλούσε με τον υπάλληλο υποδοχής. Το αδιαφανές γυαλί στο τζάμι άφηνε να περνά μόνο η κρυάδα του πρωινού φωτός. Ησυχία. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο επαναλαμβανόμενος ήχος διακοπτών που ανοιγόκλειναν και τα μακρινά βήματα άφαντων φρουρών.


Η αγγλική βερσιόν της τουρνέ των φυλακών ξεκινά μισή ώρα μετά τη γερμανική, στις 14:30. Απροσδόκητα, οι ξεναγοί αργούν (αργότερα μαθαίνουμε ότι οι περισσότεροι από αυτούς έχουν υπάρξει πρώην κρατούμενοι κι έκπληξή μας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη). Γύρω μας ακούγονται διάφορες γλώσσες: ρουμάνικα, ιταλικά, ισπανικά, βρετανικά αγγλικά ― αν και το γκρουπ των 14:00 μάς κατατροπώνει αριθμητικά: οι Γερμανοί φαίνονται να ενδιαφέρονται εντόνως για το παρελθόν τους.

Η νεαρή ξεναγός (διδάκτωρ στην ιστορία των μυστικών υπηρεσιών της Ανατολικής Γερμανίας) μας εξηγεί ότι προέρχεται από τη Δυτική Γερμανία· σαν ήταν παιδί, ο μόνος τρόπος με τον οποίον ταξίδευαν με τον πατέρα της προς το δυτικό Βερολίνο ήταν αεροπορικώς: έχοντας εκείνος κάποια σημαντική θέση στη δημόσια ιεραρχία της χώρας του, του απαγορευόταν να χρησιμοποιήσει το οδικό δίκτυο για να διασχίσει τη σοβιετική ‘θάλασσα’ και να φτάσει στο ‘νησί’ του δυτικού Βερολίνου, με αποτέλεσμα η μικρή να νομίζει για χρόνια ότι δεν υπήρχαν δρόμοι στα ανατολικά.

Μας οδηγεί μπροστά σ’ ένα χαμηλό κτήριο από κόκκινο τούβλο. Τα κρατητήρια χωρίζονται σε δύο κτιριακές εγκαταστάσεις: τη Σοβιετική και την Ανατολικογερμανική. Η πρώτη, η οποία ορθώνεται μονώροφα κι όχι και τόσο απειλητικά μπροστά μας αυτή τη στιγμή, βρισκόταν σε λειτουργία από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και φιλοξενούσε οποιονδήποτε οι Σοβιετικοί (πρώτα) κι οι Ανατολικογερμανοί (αργότερα) θεωρούσαν εχθρό του καθεστώτος: από Ναζί εγκληματίες πολέμου μέχρι αντιφρονούντες Γερμανούς κάθε πολιτικής απόχρωσης. Δεν ήταν λίγες οι φορές που σοσιαλιστές, φιλελεύθεροι και χριστιανοδημοκράτες, πρώην φυλακισμένοι των Ναζί, βρέθηκαν αργότερα εγκάθειρκτοι δίπλα τους. Τα κόκκινα τούβλα χάνουν τη θέρμη τους καθώς οδηγούμαστε στο υπόγειο του κτηρίου, το (διεστραμμένα;) αποκαλούμενο «υποβρύχιο».

Τα κελιά είναι ομαδικά, όχι μεγαλύτερα των δέκα τετραγωνικών μέτρων στην καλύτερη των περιπτώσεων και χωρούσαν από τέσσερις έως δέκα κρατουμένους. Πολλά από αυτά δε διέθεταν ούτε ένα ξύλινο κρεβάτι κι είχαν μονάχα ένα κουβά για τις ανάγκες των φυλακισμένων. Μεικτά κελιά δίχως παράθυρα, κρατούμενοι που δεν έβλεπαν το φως της ημέρας για μήνες ενδεχομένως, φώτα ανοιχτά καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο, αναγκαστική ορθοστασία τις δεκαέξι ώρες της ημέρας, αδυναμία πλυσίματος ή αλλαγής ρούχων με αποτέλεσμα η μούχλα από την υγρασία των τοίχων να μεταναστεύει στα μαλλιά και τα ρούχα των κρατουμένων: αυτές ήταν οι καθημερινές συνθήκες ζωής ενός τυπικού έγκλειστου των σοβιετικών φυλακών.

Κι ύστερα υπήρχαν και τα βασανιστήρια: θάλαμοι απομόνωσης ύψους 1.60 μέτρων και πλάτους 70 εκατοστών ― όρθιοι τάφοι ― στους οποίους σε κλείδωναν για ώρες ή μέρες ελπίζοντας να μην πεθάνεις από κρίση πανικού· «ζεστά κελιά» όπου εισερχόσουν γδυτός κι η θερμοκρασία ανέβαινε στους 50 βαθμούς Κελσίου (κι αντίστοιχα «κρύα»)· κι ένα διαβολικό, μαύρο δωμάτιο, επενδεδυμένο με μεταλλικές πλάκες σε σχήμα ψαροκόκκαλου όπου, μαρτυρίες λένε, πως περνούσες ώρες μες στο παγωμένο νερό.

Η συγγραφέας του άρθρου Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Βγαίνουμε από το υπόγειο μες στο μουντό και υγρό απόγευμα του ανατολικού Βερολίνου. Το πολυώροφο, νεότερο κτήριο των φυλακών της Στάζι στέκει μεταφυσικά απειλητικό απέναντί μας. Η ξεναγός, σε μια προσπάθεια ελάφρυνσης του κλίματος, μας διαβεβαιώνει ότι στο νέο κτήριο τα πράγματα είχαν αλλιώς: τα βασανιστήaρια δεν ήταν πια σωματικά, μα ψυχολογικά. Ελάχιστοι άνθρωποι βρήκαν το θάνατο εδώ και κανείς σχεδόν για τους λόγους που ξεψυχούσαν οι έγκλειστοι του «υποβρυχίου»: ασιτία, κρυοπαγήματα, κρίσεις πανικού, απουσία ύπνου. Λίγο αργότερα, στο κελί της, η Γκεοργκίνα Κ. κάθισε πάνω στο ξύλινο κρεβάτι της κοιτάζοντας τον τοίχο. Τα πόδια της ήταν χωμένα σ’ ένα ζευγάρι παντόφλες, μέρος της στολής της. Μια βρύση έσταζε στη γωνία. Κανείς δεν της είχε απευθύνει το λόγο. Χρειαζόταν τα γυαλιά της, μα της τα είχαν πάρει.

Η ιστορία της Γκεοργκίνας Κ. θα μπορούσε να είναι τυπική ανάμεσα σε αυτές των χιλιάδων κρατουμένων που εισήλθαν και (ναι, είναι αλήθεια) εξήλθαν των φυλακών της Στάζι: από το φορτηγάκι του γαλατά, που στην πραγματικότητα ήταν ένα καλά καμουφλαρισμένο μέσο απαγωγής υπόπτων, μέχρι τα «σαλονάκια» των ανακριτών (πορτοκαλί ταπετσαρίες στους τοίχους, στρογγυλά λαμπατέρ, σεμεδάκια από το σαλόνι της γιαγιάς), μία κρατούμενη των φυλακών της Στάζι περνούσε τον καιρό της ―μία μέρα, ένα χρόνο, λίγες εβδομάδες― σε σχεδόν πλήρη απομόνωση, δίχως την αίσθηση του χρόνου, μέχρι να υποκύψει και να υπογράψει αυτή την τόσο σημαντική ομολογία: την ομολογία που θα εξασφάλιζε στο καθεστώς τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που χρειαζόταν για να επιβεβαιώσει τις υποψίες των πολυπληθών σπιούνων του και να στεγανοποιήσει την ήδη ειλημμένη καταδικαστική απόφαση εναντίον της.

Η Γκεοργκίνα Κ. θα είχε δικό της κελί: με κρεβάτι, κουβέρτα, παντόφλες, τουαλέτα, νιπτήρα, ντουλαπάκι. Αν τύχαινε να τοποθετηθεί σ’ ένα από τα λίγα διπλά κελιά, η γυναίκα δίπλα της θα ήταν πιθανότατα πράκτορας της Στάζι, επί τούτου τοποθετημένη για να εκμαιεύσει πληροφορίες. Σωματικά βασανιστήρια δεν υπήρχαν. Οι κρατούμενοι πλένονταν τακτικά, έτρωγαν καλά τρεις φορές την ημέρα, κοιμούνταν το βράδυ (όσοι μπορούσαν), αν εξαιρέσει κανείς το ανά δεκαπέντε λεπτά άναμμα του φωτός για να ελέγξουν οι φρουροί ότι ήσαν σώοι κι αβλαβείς.

Διότι σκοπός της Στάζι δεν ήταν να εξοντώσει τους αντιπάλους της, μα να εκμαιεύσει πληροφορίες. Πεποίθηση των ανακριτών ― και σιωπηλή παραδοχή των δικαστικών που καλούνταν να συντάξουν και να υπογράψουν καταδικαστικές αποφάσεις πριν ακόμα λάβουν χώρα οι ανακρίσεις ― ήταν πως οι κρατούμενοι αποτελούσαν κοινούς εγκληματίες, που είχαν παραβιάσει τους νόμους του κράτους έχοντας έρθει σε επικίνδυνη επαφή με «δυτικά», «καπιταλιστικά» στοιχεία: άνθρωποι που (μετά την ανέγερση του Τείχους) έκαναν αίτηση για να ταξιδέψουν στα δυτικά· ανθρώποι που προσπαθούσαν να το σκάσουν· ανθρώποι που πιθανόν κάποια στιγμή να προσπαθήσουν να το σκάσουν.

Οι εν λόγω παραβάτες δρούσαν (ή πιθανόν να δρούσαν στο μέλλον) ως Εχθροί του Κράτους, κι έτσι ― πέραν της υποκλοπής πληροφοριών και της απόσπασης ομολογίας τους ― σκοπός των ανακριτών ήταν η νουθεσία τους: έπρεπε να τους γίνει κατανοητό (κι απόδεκτό!) ότι οι πράξεις τους ήταν άνομες κι ανήθικες κι ότι αυτό τους καθιστούσε προδότες της χώρας. Μία από αυτούς τους προδότες ήταν και η «Γκεοργκίνα Κ.» που, έχοντας δεσμό μ’ έναν Ιταλό, κρατούσε επαφή μαζί του γράφοντάς του γράμματα. Κάποια στιγμή, οι αρμόδιοι πράκτορες της Στάζι (αναλογία υπαλλήλων Στάζι προς συνολικό πληθυσμό Λαϊκής Δημοκρατίας Γερμανίας: 1/18· αναλογία υπαλλήλών ΚαΓκεΜπε προς συνολικό πληθυσμό Σοβιετικής Ένωσης: 1/158· ένας στους πέντε ανατολικογερμανούς είχε φάκελο στη Στάζι) απεφάνθησαν ότι η Γκεοργκίνα Κ. ήταν «ύποπτη για φυγή» και την έκλεισαν στα κρατητήρια μια μέρα του Απρίλη του 1973.

Η Γκεοργκίνα Κ. δεν είχε δει άνθρωπο για πάνω από τρεις εβδομάδες. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε· δεν ήταν και σίγουρη για το πέρασμα του χρόνου. Δίχως τα γυαλιά της έβλεπε θολές μάζες και σκιές και μόνο στον ύπνο της καθάριζαν πια οι εικόνες. Πολλοί κρατούμενοι άρχιζαν να τρελαίνονται από την ανία· άλλοι άρχισαν να μιλούν στον εαυτό τους. Ένας συγκρατούμενος της Γκεοργκίνας Κ. έπαθε νευρικό κλονισμό από το μοναδικό ήχο που άκουγε κατά τη διάρκεια της ημέρας: το τακτικό σύρσιμο από το ματάκι στην πόρτα του κελιού του, που υποδήλωνε ότι ένα άλλο ανθρώπινο μάτι τον παρατηρούσε. Κάποια στιγμή απαγορεύτηκαν οι οδοντόβουρτσες: ένας φυλακισμένος κατάφερε να σπάσει τη δική του, να τη λιμάρει και να κόψει με το ευφάνταστο αυτό ξυράφι τις φλέβες του. Για τον ίδιο λόγο απαγορεύτηκαν οι κρατούμενοι να φορούν τα γυαλιά τους.

Κάποια στιγμή, ερχόταν η ώρα της ανάκρισης. Οι κρατούμενοι μεταφέρονταν σε μικρά δωμάτια επιπλωμένα λιτά, με ξύλο και ταπετσαρίες στους τοίχους και κουρτίνες στα παράθυρα και, για πρώτη φορά από την είσοδό τους στις φυλακές, έβλεπαν ότι υπήρχε ακόμα κόσμος έξω από το παράθυρο. Οι μέθοδοι ήταν πολλές: από ξεκάθαρες απειλές κατά της οικογένειάς τους, μέχρι φιλικές συζητήσεις σα να βρίσκονταν στη μπιραρία της γειτονιάς, οι ανακριτές ήξεραν κάθε λεπτομέρεια της ζωής των υπόπτων και τον κατάλληλο τρόπο να εκμαιεύσουν την ομολογία τους. Στην περίπτωση της Γκεοργκίνας Κ., ο ανακριτής τής είχε ξεκαθαρίσει πως διέθετε άπλετο χρόνο μπροστά του, μήνες ολόκληρους, χρόνια αν χρειαζόταν: εκείνος δε βιαζόταν· πόσο καιρό όμως έμενε στους γονείς της να ζήσουν ακόμα; Δε θα ήταν κρίμα να μην τους ξαναέβλεπε επειδή αρνείτο να υπογράψει μια χαζή ομολογία;

«Πάμε να φύγουμε,» λέει η ξεναγός μας, «δεν αντέχω άλλο αυτή τη μυρωδιά»: τότε μόνο αντιλαμβάνομαι το περίεργο μείγμα χλωρίνης, αμμωνίας και αντισηπτικού με το οποίο έχουν ποτίσει οι τοίχοι και τα πατώματα των φυλακών. Ξανά στο προαύλιο, ξεκινούμε εκτενείς συζητήσεις για τις μεθόδους ανακρίσεων. Ναι, οι περισσότερες ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές και όχι δε χρησιμοποιείτο ποτέ βία. Όχι, Οι Ζωές των Άλλων πάσχουν από αξιοπιστία σε μερικά σημεία: οι συνομιλίες των υπόπτων καταγράφονταν, δεν παρακολουθούνταν σε ζωντανή μετάδοση· μόνο αργότερα αναλύονταν από εξειδικευμένους πράκτορες. Και κάτι ακόμα: σ’ ένα παρανοϊκό σύστημα σαν και το ανατολικογερμανικό, υπήρχαν και αυτοί που παρακολουθούσαν όσους παρακολουθούσαν, άρα ο πρωταγωνιστής δε θα μπορούσε να έχει ενεργήσει στο τέλος κατά τον τρόπο που ενήργησε (αν δεν έχετε δει την ταινία, δε θέλω να σας πω το τέλος).

Τό κτίριο τής Στάζι

«Και οι υπάλληλοι της Στάζι; Οι φρουροί; Οι ανακριτές; Πού βρίσκονται τώρα;» ρωτάει ο Ρουμάνος της παρέας. Πληροφορούμαστε ότι όλοι τους βρίσκονται στη σύνταξη, την οποία πληρώνει το γερμανικό κράτος ως μέρος της συμφωνίας ενοποίησης και συμφιλίωσης των δύο Γερμανιών. Κανείς τους δεν έχει παραπεμφθεί σε δίκη, αν και πολλοί πρώην κρατούμενοι προσπαθούν να διεκδικήσουν χρόνια την παραδειγματική τιμωρία έστω και μερικών. Πολλοί πρώην δικαστικοί και ανακριτές θεωρούν ότι έκαναν απλώς τη δουλειά τους, υπηρετώντας τους νόμους τους κράτους. Αρκετοί ανακριτές έχουν γίνει ιδιωτικοί ερευνητές, αν και στα βιογραφικά τους εμφανίζονται συνήθως με προϋπηρεσία απλού δημοσίου υπαλλήλου στο Υπουργείο Εσωτερικών. «Εμείς σήμερα δίνουμε ανοιχτά σύνταξη στον πρώην αρχηγό των κεντρικών φυλακών της Σεκιουριτάτε πέντε χιλιάδες ευρώ το μήνα,» απαντάει ο Ρουμάνος. «Και είναι υπεύθυνος για τους θανάτους χιλιάδων ανθρώπων.»

Η Γκεοργκίνα Κ. βρίσκεται σε κάποιο υπόγειο των φυλακών. Έχει αρνηθεί επί μήνες να υπογράψει την ομολογία της. Δεν μπορεί να δει, μα θυμάται τους ήχους από τα χαλίκια στο προαύλιο και το γεγονός ότι κατέβηκε σκαλιά κι εισήλθε σ’ ένα πολύ πιο κρύο χώρο από αυτό των κελιών. Στέκεται όρθια και αφουγκράζεται γύρω της. Τίποτα. Τα μάτια της δεν είναι δεμένα. Απλώς της είναι αδύνατον να δει ή ν’ ακούσει το ο,τιδήποτε. Βρίσκεται στο λεγόμενο ‘μαύρο δωμάτιο’, την έσχατη λύση των ανακριτών: ένα δωμάτιο-τάφο, πλήρως απομονωμένο από οποιονδήποτε ήχο, οποιοδήποτε φως, οποιαδήποτε μυρωδιά. H Γκεοργκίνα Κ. ανοίγει και κλείνει τα μάτια της και δεν έχει καμία σημασία: βρίσκεται μες στο απόλυτο κενό, το κενό της κόλασης. Και ξαφνικά, ξεσπά η κρίση πανικού.

«Ναι, ίσως κάτι τέτοιο να άρμοζε και στους δικούς μας της Σεκιουριτάτε», λέει ο Ρουμάνος επισκέπτης. «Εμείς στη Γερμανία κάνουμε τα πράγματα λίγο διαφορετικά», απολογείται μ’ ένα χαμόγελο η ξεναγός και μας συνοδεύει έως την έξοδο.

Πηγή: http://www.lifo.gr

Advertisements
This entry was posted in Αρθρα and tagged . Bookmark the permalink.