Από την Άκρη του Κόσμου στην Ελλάδα

Ένας ποιητής από τη ​Χιλή, ένας επαναστάτης από την Γκάμπια, ένας μηχανικός από το Νεπάλ, μία οικιακή βοηθός από τις Σεϋχέλλες και μία πυροσβέστης από το Περού, μου εξηγούν γιατί την ώρα που η ελληνική κοινωνία ταμπουρώνεται μέσα στον διαρκώς αυξανόμενο συντηρητισμό της και κλείνει τα σύνορά της ερμητικότερα, την ώρα που η ξενόφοβη βία διογκώνεται, εκείνοι νιώθουν καλά που έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους εδώ

Πέντε άνθρωποι από πέντε πολύ μακρινές και πολύ διαφορετικές χώρες έρχονται στην Ελλάδα για να ζήσουν. Η πολιτική αστάθεια, τα δικτατορικά καθεστώτα, η φτώχεια, η τύχη και ο έρωτας, αλλάζουν τις ζωές τους και τους οδηγουν εδώ.

«Όταν βράδιαζε δεν κυκλοφορούσαμε στο δρόμο. Τα μόνα χρόνια που μπόρεσα να ζήσω ελεύθερα στην πατρίδα μου ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 70′ όταν ήταν Πρόεδρος ο μαρξιστής Σαλβαντόρ Αγιέντε».

Χάιμε Σβαρτ, Χιλή

«Ο πατέρας μου ήταν μέλος του Δημοκρατικού Αριστερού κινήματος. Στα 18 μου γνώρισα τον Πάμπλο Νερούδα σε μία αντιφασιστική συναυλία που είχαν οργανώσει. Ο Πάμπλο μου χάρισε ένα βιβλίο που το έχω ακόμα».

Ο Χάιμε Σβαρτ δηλώνει ποιητής και επαναστάτης. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σαντιάγκο της Χιλής και έζησε από πρώτο χέρι τη δικτατορία του Πινοσέτ. «Όταν βράδιαζε δεν κυκλοφορούσαμε στο δρόμο. Τα μόνα χρόνια που μπόρεσα να ζήσω ελεύθερα στην πατρίδα μου ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 70′ όταν ήταν Πρόεδρος ο μαρξιστής Σαλβαντόρ Αγιέντε. Τότε αγοράζαμε Ντοστογιέφσκι, Νερούδα και Μαρκές στην ίδια τιμή που αγοράζαμε ένα πακέτο τσιγάρα. Εκείνη την περίοδο άκουσα τα πρώτα ροκ-εν-ρολ τραγούδια και έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Τα πάντα γέμισαν χρώμα και τέχνη».

Την δεκαετία του 70′, ο Χάιμε αυτοεξορίστηκε στην Ιταλία, όπου έζησε για πέντε περίπου χρόνια. Εκεί γνώρισε την ελληνικής καταγωγής γυναίκα του και άλλους φοιτητές με έντονη αντιστασιακή δράση. «Δημιουργήσαμε μία ομάδα αλληλεγγύης για τον χιλιανό λαό, την Brigada Muralista, με σκοπό να τους βοηθήσουμε να πάρουν επιτέλους την κατάσταση στα χέρια τους. Έπειτα από πολλές προσπάθειες και αφού παντρεύτηκα, μετακόμισα στην Χιλή με τη γυναίκα μου και έζησα εκεί για αρκετά χρόνια».
«Πώς ήρθες στην Ελλάδα;», ρωτώ στο τέλος της κουβέντας. «Βρίσκομαι σχεδόν 10 χρόνια εδώ. Είχε έρθει η ώρα», απαντά κάπως αινιγματικά. «Και τώρα τι κάνεις εδώ;» «Αρτοποιός», λέει και γελάει. «Ποιώ άρτο ποίημα!».

«Στην Γκάμπια δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα. Κανείς δεν μπορεί να πάει κόντρα στην κυβέρνηση ακόμη και σήμερα».

Μαλαμίν Σέλιχ, Δημοκρατία της Γκάμπια

 



Μιλώντας σπαστά ελληνικά, ο Μαλαμίν μου εξηγεί τους λόγους για τους οποίους έφυγε από τη χώρα του, λίγο πριν γίνει το πραξικόπημα το 1981. «Στην Γκάμπια δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα», μου λέει και διευκρινίζει ότι, ενώ δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα οικονομικά προβλήματα, είχε επαναστατικό χαρακτήρα και αργά ή γρήγορα θα κινδύνευε με φυλάκιση. «Κανείς δεν μπορεί να πάει κόντρα στην κυβέρνηση ακόμη και σήμερα. Εδώ, μπορώ να εκφράζομαι. Κι αυτό είναι ανεκτίμητο», τονίζει.

Όταν έφυγε ήταν 27 χρόνων και δούλευε στα καράβια. Έζησε στη Λιβύη για δυόμιση χρόνια και έπειτα ήρθε στην Ελλάδα, όπου και μένει τα τελευταία 35 χρόνια. Λόγω προβλημάτων υγείας αναγκάστηκε να σταματήσει τα ταξίδια και ξεκίνησε να εργάζεται σε οικοδομές. Πριν τέσσερα χρόνια όμως, ανακάλυψε ότι είχε ζάχαρο και υποβλήθηκε σε αναγκαστικό ακρωτηριασμό του ποδιού του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να εργαστεί. «Είμαι τυχερός που είχα ασφάλιση, διότι χρήματα για φακελάκι δεν είχα να δώσω», μου λέει.

Σήμερα, ζει με τα ελάχιστα χρήματα που παίρνει από την αναπηρική σύνταξη. Όμως, υπάρχει κάτι το οποίο τον προβληματίζει πολύ περισσότερο από το οικονομικό ή την υγεία του. «Αν και βρίσκομαι στην Ελλάδα πάνω από τρεις δεκαετίες, δεν έχω καταφέρει ακόμη να αποκτήσω ελληνική υπηκοότητα. Δεν με νοιάζει για μένα, αλλά για το γιο μου, ο οποίος ενώ έχει γεννηθεί εδώ, δεν έχει ελληνική ιθαγένεια, ούτε καν διαβατήριο. Είναι άδικο», επισημαίνει και με ρωτά: «Εσύ μπορείς να με βοηθήσεις να του βγάλω χαρτιά;».

«Ο γιος μου δεν μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές του, επειδή δεν του δίνουν την υπηκοότητα, ενώ γεννήθηκε εδώ. Προς το παρόν πληρώνουμε για τις άδειες παραμονής».

Ογκούστα Ερνέστα, Σεϋχέλλες

 



Η Ογκούστα έφυγε από τις Σεϋχέλλες όταν ήταν μόλις 12 ετών, μαζί με την αδελφή της, για τη Σιέρα Λεόνε. Εκεί έζησε εννέα ολόκληρα χρόνια. Στη συνέχεια ταξίδεψε για τη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, όπου βρήκε δουλειά σαν νταντά, φροντίζοντας τα παιδιά δύο Γάλλων διπλωματών. Στην Ελλάδα ήρθε στα 32 της και έγκυος. Και δεν ξαναέφυγε ποτέ.

Ανύπαντρη, μεγάλωσε το γιο της, δουλεύοντας σαν οικιακή βοηθός, εδώ και 21 χρόνια. «Πήρα στα χέρια μου το μικρό αγόρι της οικογένειας όταν ήταν 5 ημερών και σήμερα είναι 18», λέει χαμογελώντας.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει δεν είναι λίγα, αν και το σημαντικότερο, όπως και για τον Μαλαμίν, είναι τα «χαρτιά» του γιου της. «Τα πράγματα παλιά στην Ελλάδα ήταν καλύτερα. Τώρα οι περισσότεροι τα φέρνουν δύσκολα βόλτα. Αλλά το δικό μας θέμα είναι ότι ο γιος μου δεν μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές του, επειδή δεν του δίνουν την υπηκοότητα, ενώ γεννήθηκε εδώ. Προς το παρόν πληρώνουμε για τις άδειες παραμονής. Όμως, αγαπάω τρομερά την Ελλάδα. Δεν θα άλλαζα αυτό το μέρος με τίποτα».

«Όταν ξέσπασε ο εμφύλιος στο Νεπάλ, τα πράγματα πέρασαν στο άλλο άκρο. Έγιναν επικίνδυνα. Φτάσαμε στο σημείο να προτιμάμε το προηγούμενο καθεστώς, όσο σκληρό κι αν ήταν».

Κρις Ποκαρέλ, Νεπάλ 

 



«Η ζωή στο Νεπάλ ήταν ήρεμη για μένα. Προέρχομαι από οικογένεια ακαδημαϊκών και η οικονομική μας κατάσταση, για τα δεδομένα της χώρας, μας επέτρεπε να έχουμε μία άνετη ζωή. Το 1992, ενώ σπούδαζα μηχανικός στην Κατμαντού, γνώρισα την γυναίκα μου, η οποία είχε έρθει για διακοπές από την Ελλάδα. Μέχρι να ολοκληρώσω τις σπουδές μου, εκείνη πηγαινοερχόταν Ελλάδα-Νεπάλ. Κάποια στιγμή ήρθαμε εδώ για διακοπές και δεν γύρισα ποτέ πίσω».

Ο Κρις πλέον επισκέπτεται το Νεπάλ μόνο μια φορά το χρόνο. «Πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος, η Κατμαντού ήταν μία ήρεμη πόλη, που κινούνταν σε χαλαρούς ρυθμούς. Η ελευθερία του λόγου όμως, ήταν ανύπαρκτη. Ο κόσμος φοβόταν να αντιδράσει και κάθε μορφή απειθαρχίας, ανυπακοής ή αντίστασης διώκονταν ανελέητα. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, τα πράγματα πέρασαν στο άλλο άκρο. Έγιναν επικίνδυνα. Φτάσαμε στο σημείο να προτιμάμε το προηγούμενο καθεστώς, όσο σκληρό κι αν ήταν».

Η Κατμαντού, διηγείται ο Κρις, είναι λεκανοπέδιο σαν την Αθήνα, το οποίο ενώνεται με τέσσερις πόλεις, γεμάτες ναούς, που μοιάζουν με μουσεία. «Οι Νεπαλέζοι είναι άνθρωποι χαρούμενοι και ξένοιαστοι. Ακολουθούν μία φιλοσοφία που τους επιτρέπει να διατηρούν την αισιοδοξία τους, ακόμα και αν τους λείπουν τα υλικά αγαθά. Το 98% των ανθρώπων είναι Ινδουιστές. Για εμάς ο Βουδισμός και ο Ινδουισμός είναι ένα και το αυτό. Είναι μια όμορφη φιλοσοφία που την ακολουθούμε χωρίς θρησκευτικούς δογματισμούς», τονίζει.

Αυτή η νοοτροπία τον «κυνηγά», όπως μου λέει, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται πολλά χρόνια στην Ελλάδα. «Δεν γίνεται να δω κάποιον, και να μην του πω καλημέρα χαμογελώντας. Όσο για το παιδί μου, έχει ελληνική υπηκοότητα λόγω της γυναίκας μου, όμως είμαι σίγουρος πως, αν η μητέρα του δεν ήταν Ελληνίδα, θα αντιμετώπιζε μεγάλο πρόβλημα με τα χαρτιά του», μου λέει κλείνοντας.

«Αισθάνομαι τυχερή, διότι η οικογένεια του άνδρα μου δεν ήταν ποτέ προκατειλημμένη απέναντί μου. Δυστυχώς, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά κλειστά μυαλά».

Κάρμεν Σουάλμ, Περού

 



Η Κάρμεν ήταν από τις πρώτες γυναίκες πυροσβέστες της χώρας της, γεγονός που διηγείται με περηφάνια, αφού, όπως μου εξηγεί, «εκείνη την εποχή στο Περού οι γυναίκες πολύ δύσκολα βρίσκονταν σε τέτοιες θέσεις». Το πρώτο πράγμα που σου απαντά όταν τη ρωτάς πώς της φαίνεται η Ελλάδα είναι: «Πώς να μην μου αρέσει αυτό το μέρος; Μου χάρισε τον έρωτα της ζωής μου!».

Ζει εδώ 27 χρόνια και έχει δύο κόρες 24 και 18 χρόνων. «Αισθάνομαι τυχερή, διότι η οικογένεια του άνδρα μου δεν ήταν ποτέ προκατειλημμένη απέναντί μου. Η κουνάδια μου και η πεθερά μου έχουν ζήσει πολλά χρόνια στη Βενεζουέλα και ήταν ανοιχτόμυαλες. Ξέρω όμως πολλά ζευγάρια που πήραν διαζύγιο, επειδή η οικογένεια του ενός δεν αποδεχόταν την καταγωγή του άλλου. Δυστυχώς, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά κλειστά μυαλά».

Η Λατινοαμερικάνικη κοινότητα στην Ελλάδα είναι σαν μια μεγάλη οικογένεια, μου εξηγεί: «Μαζευόμαστε συχνά για να γιορτάσουμε τις εθνικές γιορτές των πατρίδων μας. Χορεύουμε, τραγουδούμε και περνάμε καλά. Υπάρχει ένα αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ μας».

«Νοσταλγείς το Περού;», την ρωτώ. «Τα πρώτα μου Χριστούγεννα εδώ έκλαιγα συνέχεια, μου έλειπαν τα αδέλφια μου και δεν έβλεπα τίποτα τριγύρω που να θυμίζει γιορτή», μου λέει. «Τώρα, μετά από τόσα χρόνια δεν θα άλλαζα την Ελλάδα, όσο κι αν αγαπάω το Περού».

vice

Advertisements
This entry was posted in Αρθρα and tagged . Bookmark the permalink.