Ο μπαμπάς μου ο εγκληματίας πολέμου

Η Μπετίνα ζει εδώ και πολλά χρόνια σε μια μικρή πόλη των ΗΠΑ, κοντά στα σύνορα με το Μεξικό. Οι γειτονές της την ξέρουν με ένα αμερικανικό όνομα. Στην πραγματικότητα, όμως, η Μπετίνα είναι Γερμανίδα και μάλιστα έχει ένα επίθετο που ο παππούς της, ο Χέρμαν Γκέρινγκ, κατάφερε να το κάνει μισητό σε ολόκληρο τον κόσμο.

της Σίσσυς Παπαδάκη

Η Μπετίνα Γκέρινγκ το άλλαξε με το που ενηλικιώθηκε. Την ίδια εποχή εκείνη και τα αδέλφια της έκαναν, με δική τους απόφαση, και κάτι άλ­λο: Στείρωση. Η Μόνικα Γκοθ πήγε ένα βράδυ σινεμά να δει τη «λίστα του Σίντλερ». Η έξοδος αυτή της στοίχισε μερικούς μήνες σε ψυχιατρική κλινική.

Η ταινία συμπλήρωσε όλα τα μισόλογα που άκουγε από μικρή, φώ­τισε όλα τα οικογενειακά μυστικά και στο πρόσωπο του εγκληματία Άντολθ Γκοθ η Μόνικα αναγνώρισε τον μπαμπά της. Πώς νιώθεις όταν ξέρεις, και εσύ και ο κόσμος όλος, ότι είσαι απόγονος ενός κατά συρροή δολοφόνου, ενός εγκληματία πολέμου; Αυτό είναι το θέμα της ταινίας ντοκιμαντέρ του Εβραίου σκηνοθέτη Χανόχ Ζεεβί «Τα παιδιά του Χίτλερ». Η ταινία ταξιδεύει σε διάφορα φεστιβάλ και παρουσιάστηκε πρόσφατα στην ισραηλινή και στη γερμανική τηλεόρα­ση. Όπου προβάλλεται, καθηλώνει. Πρωτα­γωνιστές της, παιδιά και εγγόνια μερικών από τους γνωστότερους ναζί, που με την ευκαιρία αυτή μίλησαν και στα γερμανικά κανάλια.

Ο καταραμένος φράχτης του Ράινερ Ες

Οι παλιές φωτογραφίες του μπαμπά του απει­κονίζουν μια ειδυλλιακή οικογενειακή ατμό­σφαιρα. Ένα πολυτελές και όμορφο σπίτι, ένας μεγάλος κήπος, κούνιες, ξύλινα παιχνίδια, καλο­ντυμένα παιδιά, ένας φράκτης σκεπασμένος με λουλούδια. πίσω από τον φράκτη, οι φούρνοι του Άουσβιτς, του στρατοπέδου που διοικούσε τότε ο παππούς του Ράινερ, Ρούντολφ Ες. «Αυτός ο καταραμένος φράκτης» λέει ο Ράινερ Ες στο γερμανικό κανάλι ARD «αυτή η πύλη του στρατοπέδου που δεν φαίνεται στις φωτογρα­φίες, αλλά υπάρχει πάντα στο μυαλό μου». Την είδε για πρώτη φορά όταν επισκέφτηκε το στρα­τόπεδο παρέα με τον Χανόχ Ζεεβί. «Αυτή ήταν η χειρότερη στιγμή» ομολογεί.

«Όλα τα μακρινά και ασπρόμαυρα πήραν χρώμα, ζωντάνεψαν. Φρικτό­τερη από όλα μου φάνηκε αυτή η ωραία βίλα στην οποία ζούσε η οικογένειά μου. Την επισκέφτηκα παρέα με τους απογόνους όσων βασανίζονταν ή εξολοθρεύτηκαν δύο βήματα πιο πέρα». «Στο σπίτι δεν μιλάγαμε ποτέ για αυτά» συνεχίζει. «Ήταν ταμπού. πρώτη φορά άκουσα για το Ολοκαύτωμα στα 12, στο σχολείο. Και βυθίστηκα σε αυτό. Διάβαζα, διαβάζω, θα διαβάζω, και από τότε συνέχεια όλο και κάτι πιο τρομακτικό ανακαλύπτω. Δεν ξέρω πώς να σας το πω. Σαν να κοιμόμουν με τους φούρνους του Άουσβιτς στα μάτια. Και, βεβαίως, έκανα ερωτήσεις στους γονείς μου. Αλλά προσεκτικά. Ήθελα να μάθω, αλλά δεν ήθελα και να τους πληγώσω. Έτσι, τα πιο πολλά τα έμα­θα από βιβλία. Από τη γιαγιά μου, π.χ., το μόνο που έχω ακούσει είναι πως ο παππούς ήταν ένας στρατιώτης που αγωνίστηκε για την πατρίδα του».

Ο Νίκλας Φρανκ ξαναζεί τη φρίκη του γκέτο

«Πώς να αγαπήσεις έναν πατέρα που έχει τόσο αίμα στα χέρια του;» αναρωτιέται ο Νίκλας Φράνκ, γιος του διοικητή της Πολωνίας Χαντς Φρανκ. «Ήμουν παιδάκι όταν είδα τις πρώτες φωτογραφίες από το γκέτο της Βαρσοβίας, τα πρώτα πτώματα. παρόλο που ήμουν τόσο μικρός, ήταν τεράστιο σοκ να διαπιστώνω πως, την ίδια ώρα που εγώ έπαιζα ξένοιαστος, λίγο πιο πέρα εξολοθρεύονταν συνομήλικά μου αγόρια και κορίτσια». Και συνεχίζει: «Βεβαίως και έπρεπε να γίνει η Δίκη της Νυρεμβέργης. Βεβαίως και έπρεπε να τιμωρηθούν και ο πατέρας μου και όλοι οι ομοϊδεάτες του. Δεν μοιράστηκα ποτέ τα συναισθήματα τής πάντα σιωπηλής σε ό,τι αφορούσε τον πό­λεμο μητέρας μου για τις αποφάσεις της Νυρεμβέργης. Ο πατέρας μου ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Ακόμα και λόγω σπουδών – είχε τελει­ώσει Νομική – ήξερε να αναγνωρίζει το δίκιο και το άδικο. Και ούτε μια φορά στη ζωή του δεν επέλεξε το σωστό! Αυτό που χρειάστηκε να κάνω, είναι να φτιάξω μια δική μου ζωή, μακριά από αυτούς».

Ο Νίκλας Φρανκ έχει παιδιά και εγγόνια, τα οποία έχει φροντίσει να μάθουν τα πάντα για την ιστορία της οικογένειας και τα γεγονότα που συνδέονται με τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Έχει γράψει βιβλία για το θέμα και κάνει και διαλέξεις σε σχολεία. «Τα εγγόνια μου, όλοι οι μαθητές που συναντώ, είναι βεβαίως απολύτως αθώοι, αλλά επειδή είναι Γερμανοί, επειδή μετά τον πόλεμο δεν επικράτησε σιωπή μόνο στη δική μου οικογένεια, θεωρώ πολύ σημαντικό να μάθουν για τα εγκλήματα των ναζί».
«Το ότι ο πατέρας μου ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εγκληματίες πολέμου» συνεχίζει ο Φρανκ «με ωφέλησε και σε κάτι. Η δική μου οι­κογένεια δεν μπορούσε να κρυφτεί στη σιωπή όπως τόσες και τόσες γερμανικές οικογένειες που μετά τον πόλεμο έκοψαν κάθε κουβέντα για τα όσα έζησαν, γι’ αυτά στα οποία, η καθεμία σε διαφορετικό βαθ­μό, συμμετείχε».

Η Κατρίν Χίμλερ βρήκε καταφύγιο στην Ιστορία

«Εθνικό είναι το αληθές»: η ρήση του Δ. Σολωμού ισχύει για όλους του λαούς. Η Κατρίν Χίμλερ, αντίθετα από τη θεία της Γκούντρουν που πέ­ρασε όλη της τη ζωή περιθάλποντας παλιούς ναζί και αρνούμενη πως έκαναν ποτέ κάτι κακό, αποφάσισε να αναζητήσει το αληθές σπου­δάζοντας Ιστορία. Είναι μια διαπρεπής ιστορικός ειδικευμένη στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και συγγραφέας ενός Bildungsroman – ενός Μυθιστορήματος Μαθητείας, όπως λέγεται το είδος αυτό στο οποίο διέπρεψαν πολλοί μεγάλοι Γερμανοί συγγραφείς –, με τίτλο «Αδελφοί Χίμλερ: η ιστορία μιας γερμανικής οικογένειας». Στον πρόλογό του γράφει: «Στα 15 μου, κατά τη διάρκεια του μαθήματος Ιστορίας, εντε­λώς ξαφνικά, ένας συμμαθητής μου με ρώτησε αν έχω καμιά σχέση με ΤΟΝ Χίμλερ. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να ψελλίσω ένα “ναι”. Ολόκληρη η τάξη αναστατώθηκε. Εκτός από έναν, τον δάσκαλο, ο οποίος συνέχισε το μάθημά του σαν να μην είχε γίνει τίποτα.

Έτσι έχα­σε μια τεράστια ευκαιρία: να συνδέσει το παρόν με παλιές ιστορίες». Οι παλιές ιστορίες, το διάβασμα, η Ιστορία, τα ντοκουμέντα ήταν για πολλούς από τους απογόνους των συνεργατών του Χίτλερ κάτι σαν ψυχανάλυση. Και ο τρόπος για να προχωρήσουν στο μέλλον ο ίδιοι. «Ψάχνω, αναγνωρίζω, γράφω, μιλάω, μιλάω πολύ για να λύσω τους δι­κούς μου “κόμπους”, αλλά και επειδή είναι ο μοναδικός τρόπος να μην ξανασυμβεί» λέει η Χίμλερ. Φυσικά δεν σήκωσαν όλοι με τον ίδιο τρό­πο το βαρύ οικογενειακό τους επίθετο. Υπήρξαν και πολλές περιπτώ­σεις, όπως η Έντα Γκέρινγκ, που ποτέ δεν θέλησαν να ξανασκεφτούν το παρελθόν ή να αναθεωρήσουν απόψεις με τις οποίες μεγάλωσαν. Και υπάρχουν και άλλοι που, παρ’ ότι προτιμούν να σιωπούν, αναζήτησαν τρόπους να επανορθώσουν, έστω λιγάκι, όσο μπορούν, τα δεινά που προξένησαν οι οικογένειές τους.

Η Μόνικα Γκοθ, βγαίνοντας από την κλινική όπου την οδήγησε η «λίστα του Σίντλερ», δεν άρχισε μεν να ασχολείται με τους ναζί, αλλά αφοσιώθηκε στην ενίσχυση εβραϊκών φιλανθρωπικών οργανώσεων. Η Χίλντε Σραμ, πάλι, η κόρη του αρχιτέκτονα του φύρερ Άλμπερτ Σπέερ, έγραψε μεν βιβλίο, όμως σ’ αυτό δεν μιλά για τον μπαμπά της, αλλά διηγείται την αληθινή ιστορία της Ντόρα Λουξ, μιας εβραϊκής καταγωγής δασκάλας της δεκαετίας του 1940. Το γράψιμο της βι­ογραφίας αυτής ήταν για εκείνη, όπως είπε σε συνέντευξή της, ένα είδος «λύτρωσης».

Η στείρωση της Μπετίνα Γκέρινγκ

Η Μπετίνα Γκέρινγκ είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. πρώτη φορά αναφέρθηκε στο παρελθόν της στα γυρίσματα της ταινίας. Ο δικός της τρόπος να αντιμετωπίσει την Ιστορία ήταν να εξαφανίσει την οικογένειά της πίσω από ένα ξένο επίθετο, σε μια ξένη χώρα, με το να μην κάνει παιδιά. «Την απόφαση για τη στείρωση την πήραμε τα αδέλφια μου κι εγώ έπειτα από πολλή σκέψη. Και χαίρομαι που όταν πεθάνουμε δεν θα έχει μείνει ούτε σταγόνα από το αίμα του Χέρμαν Γκέρινγκ».
«Με εκπλήσσει αυτός ο τρόπος σκέψης» λέει η Κατρίν Χίμλερ. «ποτέ δεν σκέφτηκα πως μέσα μου κυλά το κακό αίμα του Χάινριχ Χίμλερ. Αν το πιστεύει κανείς αυτό, είναι σαν να ασπάζεται τις θεωρίες των ναζί περί καθαρότητας του αίματος. Κανένα, όμως, κακό ή καλό γο­νίδιο δεν σκέφτεται αντί για εμάς ούτε αποφασίζει για λογαριασμό μας».

topontiki.gr

Advertisements
This entry was posted in Αρθρα and tagged . Bookmark the permalink.