Έλλη Παππά (1920 – 27 Οκτωβρίου 2009)

Η Έλλη Παππά ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας, κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου. Ήταν η σύντροφος του Νίκου Μπελογιάννη έως και την εκτέλεση του.

Έλλη Παππά. Μαρτυρίες μιας διαδρομής

Η Έλλη Παππά κατέθεσε το 1993 και το 1995 δύο κείμενά της στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη, θέτοντας ως προϋπόθεση να δημοσιευτούν μόνο μετά τον θάνατο της. Το πρώτο κείμενο ήταν ένα δακτυλόγραφο 52 σελίδων με τίτλο «Υπόθεση Πλουμπίδη» και το δεύτερο μία ομάδα κειμένων (συνολικά 108 σελίδες) απαρτιζόμενη από: προλογικό σημείωμα με τίτλο «Λίγα λόγια», αυτοβιογραφικό κείμενο, σώμα άρθρων της στις εφημερίδες Αυγή και Νέα με τίτλο «Παράρτημα», κείμενο με τίτλο «Γράμματα στον γιο μου» και ιδιόχειρο γράμμα του Νίκου Πλουμπίδη προς την ίδια με ημερομηνία 4. V. 52.

Το Ίδρυμα, ανταποκρινόμενο στην επιθυμία της δωρήτριας, ξεκίνησε την προετοιμασία της έκδοσης μετά τον θάνατο της, τον Οκτώβριο του 2009 και σήμερα παραδίνει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό αυτούσια και δίχως παρεμβάσεις το σύνολο αυτής της μαρτυρίας.

Πρόκειται για μία σύνθεση της ελληνικής πολιτικής σκηνής και της προσωπικής της διαδρομής, από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι πολιτικές της εμπειρίες και τα προσωπικά της βιώματα από εκείνη τη μακρά ιστορική περίοδο αναδεικνύουν όχι μόνο την προσωπική της διαδρομή, αλλά και τις ελπίδες, τις επιτυχίες, τις εντάσεις, τις συγκρούσεις και τα αδιέξοδα της ελληνικής Αριστεράς μέσα στο τοπίο του λαϊκού κινήματος. Παράλληλα καταγράφονται οι σχέσεις της με εμβληματικά πρόσωπα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, όπως ο Νίκος Πλουμπίδης. Κυρίως όμως, στα κείμενα κυριαρχεί η σχέση της με τον Νίκο Μπελογιάννη.

Κυρίαρχο πρόσωπο στο βιβλίο, εκτός από τον Νίκο Μπελογιάννη, είναι ο Νίκος Πλουμπίδης. Μέσα από την παρουσίαση της δράσης του, του οράματος του, της κομματικής πειθαρχίας που τον χαρακτήριζε και των επαφών του με άλλα πολιτικά πρόσωπα εντός και εκτός Αριστεράς, η συγγραφέας προβάλει και την δική της πολιτική θέση για τον δρόμο της Αριστεράς μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Ξεδιπλώνεται έτσι, με τρόπο προσωπικό και συχνά δραματικό το εσωτερικό τοπίο, οι διαφορετικές προσεγγίσεις και οι αντιθέσεις για τις τύχες του ελληνικού αριστερού κινήματος.

Τα κείμενα χαρακτηρίζονται από τον προσωπικό της τόνο και συναρτώνται με το είδος και το μέγεθος της εμπλοκής της στα πράγματα που έζησε. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν καθιστούν τη μαρτυρία της αδύναμη: αυτή παραμένει ένα ουσιαστικό ιστορικό τεκμήριο μιας πολύ σκληρής εποχής με μεγάλα πολιτικά ελλείμματα. Πρόκειται για μια ισχυρή, προσωπική βέβαια, κατάθεση μιας αγωνίστριας που δεν εξαργύρωσε τη δράση της με ασύμβατη για το προσωπικό της παρελθόν, προσωπική καριέρα.

Η μαρτυρία της Έλλης Παππά έρχεται να ενισχύσει το σύνολο των καταθέσεων για την εμφυλιακή και μετεμφυλιακή Ελλάδα, για τη ζωή στις φυλακές, για τις διώξεις και τις δίκες των Ελλήνων κομμουνιστών. Η κατάθεσή της, μια μαρτυρία από την πλευρά της Αριστεράς, προσθέτει κρίσιμα στοιχεία στο οικοδόμημα της ελληνικής ιστορίας. Ενδυναμώνεται με τον τρόπο αυτόν, το σύνολο των αυτοπτών μαρτύρων, με όποια πλευρά κι αν στρατεύθηκαν. Η αποτίμηση, ο συνυπολογισμός αυτής της σύνθεσης, του συνόλου δηλαδή του ελληνικού παρελθόντος, πλουτίζει και μαζί αποσαφηνίζει την εικόνα του. Η σύνθεση και η σύνδεση των μαρτυριών αυτών τις καθιστά «παρατηρητήρια της Ιστορίας» και τοποθετεί την αποτίμηση του παρελθόντος έξω από τις καθηλώσεις που ορίζει η περιχαρακωμένη εμμονή και επιμονή στις ποικίλες συγκρούσεις.

Η Έλλη Παππά, γεννημένη στη Σμύρνη το 1920 και κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου, αφηγείται στην αυτοβιογραφία της:

«Ήμουν πέμπτο παιδί, αθέλητο και παραπεταμένο. Η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει και με πέταξε. Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου.

Η καταστροφή της Σμύρνης έφερε την οικογένειά μου στον Πειραιά. Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου τα αλητάκια του Πειραιά. Όλα έδειχναν ότι η προλεταριακή μου συνείδηση ήταν εξασφαλισμένη. Τότε μπήκαν στη ζωή μου τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας, ο Γιώργος, που έγινε ασυρματιστής, και ο «άγγελος της ζωής μου», η Διδώ (Σωτηρίου), που ζούσε με την πλούσια αντιδραστική θεία, αδελφή του πατέρα μας. Από τη σκληρή δουλειά του ο Γιώργος, από μια έμφυτη συνείδηση η Διδώ, από κοντά κι η μάνα μας, είχαν γίνει και οι τρεις κομμουνιστές».

Από τα μαθητικά της κιόλας χρόνια στο γυμνάσιο της Κοκκινιάς, η Έλλη Παππά οργανώθηκε σε ομάδα κατά της δικτατορίας του Μεταξά. Στη συνέχεια, σπούδασε φιλοσοφία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, προσχώρησε στο Ε.Α.Μ. και στο Κ.Κ.Ε. κατά τη διάρκεια της κατοχής και, παράλληλα, άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Στην παράνομη έκδοση του «Ριζοσπάστη» εργάστηκε έως το 1949, οπότε άρχισε η συνεργασία της με το ηγετικό στέλεχος του Κ.Κ.Ε., Νίκο Πλουμπίδη, στον παράνομο μηχανισμό του κόμματος και από τον Ιούνιο του 1950 με τον Νίκο Μπελογιάννη, ο οποίος έγινε σύντροφός της για την μετέπειτα ζωή της.

Στήν φωτογραφία με τον σύντροφο της Νίκο Μπελογιάννη
κατά την διάρκεια της δίκης τους

Συνελήφθη για την κομμουνιστική της δράση τον Δεκέμβριο του 1950 και καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με τον Νίκο Μπελογιάννη τον Φεβρουάριο του 1952. Ο Μπελογιάννης εκτελέστηκε στις 30 Μαρτίου 1953, αλλά η δική της ποινή δεν πραγματοποιήθηκε, διότι ο γιος τους, Νίκος, που είχε στο μεταξύ γεννηθεί στη φυλακή, ήταν μόλις επτά μηνών.

Ο σύντροφός της, πριν οδηγηθεί για εκτέλεση, είχε περάσει από το κελί της για να τη δει από το παραθυράκι και να την αποχαιρετίσει. Τα τελευταία λόγια που της είχε πει ήταν: «Εσύ πρέπει να ζήσεις για το παιδί μας και για την εκδίκηση…».

Η Έλλη Παππά αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Αβέρωφ την πρωτοχρονιά του 1964 και αμέσως εντάχθηκε στην ΕΔΑ. Παράλληλα, άρχισε να εργάζεται στη σύνταξη της εφημερίδας «Δημοκρατική Αλλαγή», αλλά το 1968 η απριλιανή δικτατορία την εξόρισε στη Γυάρο.

Από τις φυλακές της Γυάρου βγήκε τον Ιούλιο του 1968, λόγω σοβαρής ασθένειας. Η Σοβιετική Ένωση προσφέρθηκε να τη φιλοξενήσει με τον γιο της, αλλά η ίδια αρνήθηκε, επειδή είχε διαφωνήσει με τη στρατιωτική εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία.

Μέχρι την πτώση της δικτατορίας, εργάστηκε σε εγκυκλοπαίδειες και περιοδικά και αργότερα στην εφημερίδα «Μακεδονία» με ψευδώνυμο. Κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, προσπάθησε μάταια να επανασυνδεθεί με το ΚΚΕ: «Η επανένωση της Αριστεράς ξεκίνησε με καλούς οιωνούς και είχε οικτρό τέλος. Αποχώρησα από το ΚΚΕ, πράγμα που και η ηγεσία του επιθυμούσε», επεσήμανε αργότερα. Στη συνέχεια, εργάστηκε στις εφημερίδες «Έθνος», «Μακεδονία» και το περιοδικό «Γυναίκα» έως το 1990, οπότε και αφιερώθηκε αποκλειστικά στο συγγραφικό της έργο.

Πραγματοποίησε και δημοσίευσε μελέτες για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, όπως «Ο Πλάτωνας στην εποχή μας» («Εκδόσεις 21ου αιώνα»), η «Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας – Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό» (εκδόσεις «Άγρα») και «Αρχαίοι Έλληνες Συγγραφείς στο “Κεφάλαιο” του Μαρξ» (εκδόσεις «Άγρα»), καθώς και μελέτες για τον μαρξισμό και τον λενισμό, όπως ο «Μύθος και ιδεολογία στη ρωσική επανάσταση – οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν» (εκδόσεις «Εστία») και «Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου».

Τα τελευταία πολιτικά βιβλία της είναι «Αποχαιρετισμός στον αιώνα μου» (εκδόσεις «Κέδρος»), «Μακιαβέλι ή Μαρξ» (εκδόσεις «Άγρα») και «Η Κομμούνα του 1871» (εκδόσεις «Άγρα»)

Το αρχείο της φυλάσσεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α).

Πέθανε στις 27 Οκτωβρίου 2009, σε ηλικία 89 ετών. Η ταφή της έγινε δίπλα στον σύντροφο της ζωής της, Νίκο Μπελογιάννη.

Μπελογιάννης-Παππά: διπλή κηδεία

Πηγές :

enet.gr

tvxs.gr/

Advertisements
This entry was posted in Αρθρα and tagged . Bookmark the permalink.