Μια Γυναίκα Καταδικάστηκε σε Επιπλέον Έξι Χρόνια Φυλακή Επειδή ήταν Έγκυος

Η Lacey Weld από το Dandridge του Τενεσί, ήταν 26 ετών και στις τελευταίες εβδομάδες της κύησης όταν μια κάμερα που ήταν προσδεμένη σε αυτοκίνητο της αστυνομίας με συμβατικές πινακίδες κατέγραψε τη 40λεπτη επίσκεψή της σε εργοστάσιο παρασκευής μεθαμφεταμίνης.

Τον Ιούλιο και παρά τη συνεργασία της στην υπόθεση καταθέτοντας εναντίον των συγκατηγορουμένων της, η Weld (που ομολόγησε την ενοχή της) καταδικάστηκε σε περισσότερα από 12 χρόνια φυλακή και πέντε χρόνια επόπτευσης μετά την αποφυλάκιση της, λόγω της συμμετοχής της στην παρασκευή της ουσίας.

Ο ομοσπονδιακός δικαστής στην υπόθεση Thomas Varlan, απεφάνθη ότι η νομοθεσία για «επιπλέον καταδίκη» που αφορά τη βλάβη εναντίον ενός παιδιού, δικαιολογούσε επιπρόσθετη ποινή έξι ετών επειδή την περίοδο που διαπράχθηκε το έγκλημα, ήταν έγκυος.

Τώρα ένας συνασπισμός οργανώσεων που ασχολείται με τα αναπαραγωγικά δικαιώματα καλεί τον απερχόμενο Γενικό Εισαγγελέα Eric Holder, να καταδικάσει δημόσια τις πρακτικές που επιβάλλουν σκληρότερες ποινές για γυναίκες στη βάση της εγκυμοσύνης και μόνο. Σε μια επιστολή που απεστάλη στο υπουργείο Δικαιοσύνης αυτή την εβδομάδα, περισσότερες από 40 οργανώσεις -συμπεριλαμβανομένων των Carr Center for Reproductive Justice στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης, National Advocates for Pregnant Women και National Black Network for Reproductive Justice- χαρακτήριζαν την απόφαση του δικαστή να επιμηκύνει την ποινή της Weld κατάφωρη παραβίαση του συνταγματικού δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αναπαραγωγικής διαδικασίας.

Τουλάχιστον, όπως αναφέρεται στο δελτίο Τύπου που εκδόθηκε από το γραφείο του τοπικού εισαγγελέα William C. Killian, η απονομή ποινής στην Weld με βάση την εγκυμοσύνη της ήταν «μοναδική».

«Δε νομίζω ότι αυτή η συγκεκριμένη επιμήκυνση της ποινής σχεδιάστηκε για να περιλαμβάνει τις εγκυμονούσες» μου είπε ο John Eldridge, συνήγορος της Weld. Επισημαίνει ότι οι νόμοι που αποσκοπούν να αποτρέψουν «σημαντικό κίνδυνο βλάβης για τη ζωή ανήλικου ή ανίκανου να προστατευτεί» δεν αναφέρουν βλάβες εναντίον εμβρύου.

Πάρα πολύ άσκηση, πάρα πολύ καφεϊνη, πολύ λίγος ύπνος – η λίστα με τους τρόπους που μια έγκυος γυναίκα θα μπορούσε να βλάψει έναν έμβρυο πρακτικά είναι ατελείωτη. Και επειδή κανένας άνθρωπος δεν είναι τέλειος, ο νόμος σε γενικές γραμμές δεν επιτρέπει την τιμωρία γυναικών που συμπεριφέρονται άσχημα όταν έχουν παιδί. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι πολλά παράνομα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένης τη μεθαμφεταμίνης, δεν είναι τόσο βλαβερά για το έμβρυο όπως κάποιες νόμιμες ουσίες σαν τα τσιγάρα και το αλκοόλ, ενώ οι συνέπειες της προγεννητικής έκθεσης στα ναρκωτικά είναι σχεδόν αδύνατο να παρατηρηθούν ξεχωριστά από άλλους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες όπως είναι η φτώχεια ή η κακή διατροφή.

Η έφεση της Weld, η οποία εκκρεμεί, στηρίζεται στο σκεπτικό ότι βίωσε παράνομη διάκριση, μια παράβαση της 14ης Τροπολογίας Σύνοψης Ίσης Προστασίας.

Όπως μου εξήγησε η Sara Ainsworth, διευθύντρια νομικής υπεράσπισης στο National Advocates for Pregnant Women (NAPW), η υπόθεση της Weld στην πραγματικότητα δεν έχει να κάνει με το δικαίωμα των εγκύων γυναικών να χρησιμοποιήσουν ή να παρασκευάσουν μεθαμφεταμίνη. Σχετίζεται περισσότερο με τις συνταγματικές προστασίες της ισότητας των φύλων και τη δέουσα διαδικασία. Σε αυτή την υπόθεση, η Ainsworth λέει ότι η Weld θεωρήθηκε υπεύθυνη για χρήση ναρκωτικού που -σε αντίθεση με την κατοχή ή την παρασκευή, έγκλημα για το οποίο η Weld δήλωσε ένοχη-δεν είναι παράνομη σε ομοσπονδιακό επίπεδο, ούτε και στην πολιτεία του Τενεσί.

«Δεν διώχθηκε για χρήση» μου είπε η Aisnworth «ωστόσο η κατανάλωση αυτών των ουσιών ήταν που οδήγησε στην αύξηση της ποινής της».

Το υπουργείο Δικαιοσύνης λέει ότι βίντεο δείχνει την Weld να καπνίζει και να παρασκευάζει μεθαμφεταμίνη, αλλά σύμφωνα με τον Eldridge, η πελάτισσά του μπορεί να θεαθεί μόνο να τραβάει το πουκάμισό της πάνω στη μύτη της, έτσι ώστε να μην εισπνέει τις αναθυμιάσεις. Για τον δικαστή «αυτό ήταν αρκετό» λέει ο Eldridge, για να διακρίνει τα συμπτώματα στερητικού συνδρόμου από τον προγεννητικό «εθισμό» σε μεθαμφεταμίνη.

«Θέλω να ζητήσω συγγνώμη για κάθε βλάβη και ότι κακό έχω κάνει στα παιδιά μου» είπε η Weld στο δικαστήριο τον Ιούλιο. «Θα μπορούσε να έχει πεθάνει και απλά εύχομαι και ευχαριστώ τον Θεό που τον έχει η αδερφή μου και είναι καλά».

Ο Eldridge λέει ότι το μωρό της Weld εξετάστηκε και βρέθηκε θετικό για οπιοειδή και μεθαμφεταμίνες, αλλά αμφισβητείται τι προκάλεσε τα συμπτώματα στέρησης.

«Δεν υπάρχει καμία απόδειξη για το τι προκάλεσε το στερητικό. Γινόταν χρήση ναρκωτικών και είχε εκτεθεί στο εργαστήριο μεθαμφεταμίνης» είπε ο Eldridge. «Μάρτυρας κατέθεσε ότι οπιοειδή και μεθαμφεταμίνη βρίσκονταν στον οργανισμό του μωρού, οπότε ο δικαστής κατέληξε ότι η έκθεση στη μεθαμφεταμίνη ήταν που προκάλεσε συμπτώματα στερητικού συνδρόμου. Νομίζω ότι είναι τα οπιοειδή».

Ένας παράγοντας που μπορεί να έπαιξε ρόλο στην απόφαση του δικαστή Varlan είναι ο νέος αμφιλεγόμενος νόμος που επιτρέπει να επιβάλλονται στις εγκύους χρήστριες ναρκωτικών κατηγορίες, τόσο σοβαρές όπως επικίνδυνη σωματική βλάβη – που συνοδεύεται από 15ετή ποινή φυλάκισης. (Αν και η κατηγορία για την παρασκευή της μεθαμφεταμίνης της Weld ήταν τεχνικά άσχετη με αυτό το νόμο, η αντίληψη ότι οι έγκυες μπορούν και πρέπει να τιμωρούνται για τη χρήση ναρκωτικών πλανιόταν στον αέρα τη στιγμή έκδοσης της απόφασης).

Προφανώς, σε μια ιδανική κατάσταση, η Weld δεν θα χρησιμοποιούσε μεθαμφεταμίνη ή οπιοειδή ενώ ήταν έγκυος. Ωστόσο το ερώτημα εδώ δεν είναι εάν η χρήση ναρκωτικών ήταν σοφή απόφαση από μέρους της, αλλά εάν το δικαστήριο θα έπρεπε να έχει τη δικαιοδοσία να τιμωρήσει τις γυναίκες για αποφάσεις σχετικές με την υγεία που πήραν ενώ εγκυμονούσαν.

Η επιστολή του συνασπισμού οργανώσεων στο υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει επίσης ότι ο αρμόδιος του Τμήματος Προστασίας Παιδιών (DCS) για την υπόθεση, ο οποίος κατέθεσε για την υγεία του μωρού κατά τη διάρκεια ακρόασης της ποινής της Weld, δεν αποτελεί αξιόπιστο μάρτυρα σύμφωνα με το νόμο.

Στην υπόθεση Daubert v. Merrell Dow Pharmaceuticals, το 1993, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, απεφάνθη ότι «αξιόπιστα επιστημονικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης μαρτυρίας ειδικού, είναι απαραίτητο να αποδείξουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της εντός μήτρας έκθεσης σε ναρκωτικά και της βλάβης της υγείας ενός παιδιού μετά τη γέννηση». Σύμφωνα με την υπεράσπιση της Weld, ούτε ο αρμόδιος της υπόθεσης από το DCS, ούτε ο ειδικός πράκτορας του Γραφείου Ερευνών του Τενεσί ο οποίος κατέθεσε για την υγεία του μωρού «είναι ειδικευμένοι εμπειρογνώμονες σύμφωνα με τον Daubert».

«Με άλλα λόγια, το υπουργείο Δικαιοσύνης και το δικαστήριο έβγαλε συμπεράσματα για την προέλευση των προβλημάτων υγείας του παιδιού στηριζόμενο σε εικασίες και όχι τόσο σε εξειδικευμένα επιστημονικά στοιχεία» γράφει η επιστολή. «Οι έγκυες γυναίκες, δεν έχουν λιγότερα δικαιώματα για δίκαιη δίκη ενώπιον του νόμου και για προστασία που απορρέει από τους Κανόνες περί των Αποδείξεων».

Σύμφωνα με την Aisnworth «δεν έχει να κάνει τόσο με το ότι έχεις πολιτικό δικαίωμα να είσαι έγκυος σε ένα εργαστήριο μεθαμφεταμίνης, αλλά ότι έχεις το δικαίωμα το ποινικό σύστημα να σε κρίνει επί ίσοις όροις με κάποιον που δεν είναι έγκυος».

Ο συνασπισμός ευελπιστεί ότι η δημόσια απάντηση από το υπουργείο Δικαιοσύνης που θα καταδικάζει την καταδίκη ως αντισυνταγματική θα βελτίωνε τις πιθανότητες της Weld να κάνει έφεση και ίσως ακόμα και να αποτρέψει άλλους ομοσπονδιακούς κατηγόρους και δικαστές να χρησιμοποιήσουν την εγκυμοσύνη ως παράγοντα όταν μοιράζουν ποινές φυλάκισης.

«Στηρίζουμε την θεραπεία και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη για προβλήματα υγείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και ο εθισμός είναι ένα από αυτά τα προβλήματα υγείας» μου είπε η Ainsworth, επισημαίνοντας ότι οι έγκυες γυναίκες που αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο σύλληψης ή καταδίκης, μπορεί να αποφύγουν να λάβουν σημαντική ιατρική θεραπεία, επειδή φοβούνται τις ποινικές συνέπειες.

Η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι το κλίμα που επικρατεί σήμερα όσο αφορά στα δικαιώματα αναπαραγωγής-εκατοντάδες απαγορεύσεις έχουν τεθεί σε εφαρμογή σε όλη τη χώρα τα τελευταία χρόνια-μπορεί να δίνει προτεραιότητα στο έμβρυο έναντι του ατόμου που το κυοφορεί.

Αυτό κάνει τις γυναίκες να υπόκεινται σε απίστευτα υψηλά στάνταρ ενώπιον του νόμου. Το NAPW έχει εντοπίσει εκατοντάδες υποθέσεις από το 2005 στις οποίες η εγκυμοσύνη ήταν καθοριστικός παράγοντας για τη δίωξη και την καταδίκη.

«Αυτό που λέει αυτή η υπόθεση στις γυναίκες οι οποίες είναι έγκυος και δεν μπορούν να ξεπεράσουν τον εθισμό τους, στην πραγματικότητα, είναι να κάνουν έκτρωση» είπε η Lynn Paltrow διευθύνων σύμβουλος της NAPW. «Γιατί διαφορετικά θα τιμωρηθείς πιο αυστηρά».

Όμως με τον περιορισμό πρόσβασης σε χώρους όπου γίνονται εκτρώσεις, οι γυναίκες έχουν όλο και λιγότερο έλεγχο για την έκβαση της εγκυμοσύνης τους. Το χειρότερο σενάριο, λένε οι υπέρμαχοι αυτών των γυναικών, είναι μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις για μια ποικιλία αποφάσεων σχετικών με την αναπαραγωγή, είτε αυτό σημαίνει την επιλογή χρήσης ναρκωτικών, είτε την επιλογή τερματισμού της κύησης.

Για αυτό το λόγο οι ομάδες προστασίας των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων αναλαμβάνουν δράση ώστε να διασφαλίσουν ότι οι ομοσπονδιακοί γνωρίζουν πως οι γυναίκες τους παρακολουθούν. Δεν θα επιτρέψουμε το στίγμα να υπαγορεύσει μια πολιτική που επηρεάζει την υγεία και την αναπαραγωγική αυτονομία μας.

Η Kristen Gwynne είναι ανεξάρτητη δημοσιογράφος που καλύπτει την πολιτική γύρω από τα ναρκωτικά. Η δουλειά της, μεταξύ άλλων, έχει δημοσιευτεί στα Nation, RH Reality Check και RollingStone.com

vice

Advertisements
This entry was posted in Αποκαλύψεις-Αρθρα and tagged . Bookmark the permalink.