Trafficking: Οι ιστορίες της Lakshmi και της Ρουθ

2e1ax_omniatv_entry_slavery

Οι ιστορίες που ακολουθούν έχουν να κάνουν με τη ζωή δύο γυναικών που μεσα από καθ΄ όλα νόμιμες οδούς κατέληξαν να γίνουν θύματα του trafficking. Η απόγνωση από τη φτώχεια και η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο για τις ίδιες και για τις οικογένειές τους τις κατέστησαν ευάλωτες στις αρρωστημένες βουλές πλουσίων οικογενειών. Η οικονομική εκμετάλλευση που υπέστησαν, ο βιασμός, το ξύλο και η ζωή πλάι στο φόβο περιμένοντας την επόμενη φορά που ο ‘εργοδότης’ θα ξεσπάσει πάνω τους, σκιαγραφούν την εκμετάλλευση του Παγκόσμιου Νότου από την πολιτισμενη Δύση.

Οι ιστορίες

των Κέβιν Μπέιλς και Ρον Σούνταλτερ

Για την Ρουθ, η μέρα αυτή θα ξεκινήσει όπως όλες οι άλλες: είναι Κυριακή αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Ξυπνά πολύ πριν το χάραμα και ξεκινά με το καθάρισμα του μεγάλου σπιτιού, ήσυχα και προσεκτικά για να μην ξυπνήσει την οικογένεια που κοιμάται στον πάνω όροφο. Αν ξυπνήσει τον άνδρα ή τη γυναίκα, θα την χτυπήσουν, το ξέρει, γιατί το έχουν ξανακάνει. Αργότερα, προετοιμάζει το πρόγευμα για τα πέντε παιδιά και έπειτα ξεκινά ετοιμασίες για το γεύμα και το δείπνο όλης της οικογένειας. Ανάμεσα στα γεύματα συνεχίζει να δουλεύει, για ώρες ολόκληρες μέχρι αργά το βράδυ. Τη νύχτα πρέπει να κοιμηθεί με τα δίδυμα, ηλικίας πέντε ετών, να είναι εκεί και να τα φροντίζει όταν ξυπνούν μέσα στη νύχτα. Ανάμεσα στις ανάγκες των παιδιών και τις δουλειές του σπιτιού, καταφέρνει να ξεκλέψει μόνο λίγες στιγμές ύπνου μέσα στη μέρα, που στην ουσία αποτελεί ένα εργάσιμο 24ωρο. Αν η οικογένεια βγει έξω, παλι δεν μπορεί να βρει λίγη ησυχία, γιατί την κλειδώνουν έξω από το διαμέρισμα και την αναγκάζουν να περιμένει στο διάδρομο μέχρι να επιστρέψουν.

Η Ρουθ ήταν ένα εντελώς διαφορετικό άτομο πριν έρθει στα προάστια της Ουάσινγκτον από τη Δυτική Αφρική, στην ηλικία των 52 ετών. Της είχαν υποσχεθεί ένα αυτοκίνητο και ένα σπίτι για να μένει, ως ανταλλαγμα για την φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών ενός άνδρα που εργάζεται για την Παγκόσμια Τράπεζα. Ήταν ενθουσιασμένη με την ευκαιρία που της είχε δοθεί για να βοηθήσει τη φτωχή της οικογένεια με τα χρήματα που θα έβγαζε. Αυτά της είχαν υποσχεθεί. Αντίθετα, ο άνδρας και η γυναίκα την χτυπούσαν συχνά, αρνούνταν να την πληρώσουν και δεν έδιναν σημασία όταν τους ικέτευε να την αφήσουν να γυρίσει πίσω στην Αφρική.

Όταν οι γείτονες άκουσαν τη Ρουθ να ουρλιάζει, κάλεσαν την αστυνομία. Όταν κατεύθασε η αστυνομία στη ‘σκηνή’ οι ‘εργοδότες’ προσπάθησαν να μεταφράσουν τα σπαστά γαλλικά της Ρουθ. Η ίδια προσπάθησε να τους πει ότι την χτυπούσαν κουνώντας τα χέρια της βίαια προς τον εαυτό της και ο άνδρας είπε στην αστυνομία ‘Σου δείχνει πως δέρνεται μόνη της, είναι τελείως τρελή’. Και η Ρουθ, μεταφέρθηκε σε ένα κοντινό ψυχιατρείο όπου της χορήγησαν με τη βία ψυχοφάρμακα και της έδεσαν τα χέρια και τα πόδια στις γωνιές του κρεβατιού που την είχαν ξαπλώσει. Μέχρι να βρεθεί διερμηνέας και να έρθει σε επαφή μαζί της, τα ψυχοφάρμακα την είχαν φέρει σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί, γ’ αυτό και οι γιατροί της κλινικής τηλεφώνησαν στους εργοδότες της να έρθουν να την πάρουν.

Όταν επέστρεψε στο σπίτι την απείλησαν, της είπαν ότι αν προσπαθούσε να πει κάτι ξανά στην αστυνομία θα έρχονταν να την πάρουν πίσω στο ψυχιατρειο και θα την κρατούσαν εκεί για πάντα. Της είπαν πως ο σεκιουριτάς που επέβλεπε την περιοχή, βρισκόταν εκεί για να επιβλέπει εκείνη, για να σιγουρευτεί πως δεν θα έκανε κακό στα παιδιά. Απομονωμένη, τρομαγμένη και κλεισμένη στον εαυτό της, η Ρουθ τους είχε πιστέψει και πέρασε κι άλλους μήνες ζώντας μέσα στη σκλαβιά. Στο τέλος, κάποιοι γείτονες που άκουγαν το κλάμα της όταν την χτυπούσαν την βοήθησαν να δραπετεύσει. Με το ψυχικό τραύμα που κουβαλούσε τώρα, δεν είχε τη δύναμη να προσάψει κατηγορίες ενάντια στους εργοδότες της και επέστρεψε χωρίς καθόλου λεφτά πίσω στη Δυτική Αφρική.

Η Ρουθ δεν είχε πληρωθεί για τη δουλειά της και γνώριζε την Αμερική ως το μέρος της κακοποίησής της. Το σοκ και η απόγνωση ειχαν πλέον αντικαταστήσει την ελπίδα και την αυτοπεποίθησή της. Η εξώπορτα του σπιτιού δεν αντιπροσώπευε τη δυνατότητα να φύγει, αλλά ήταν ένας κώδωνας κινδύνου που σηματοδοτούσε την επιστροφή του ανδρα και της γυναίκας του. Η Ρουθ δεν γνώριζε αγγλικά για να μπορέσει να επικοινωνήσει με ανθρώπους έξω από το σπίτι και επιπλέον τα ‘αφεντικά’ την τρομοκρατούσαν με ιστορίες για τις κτηνωδίες της κυβέρνησης και της αστυνομίας. Αν πας στην αστυνομία, της είπαν θα σε χτυπήσουν, θα σε βάλουν φυλακή και μετά θα απελαθείς. Έτσι, η Ρουθ παρέμεινε έγκλειστη στο σπίτι. Η διαφορά της με ένα φυλακισμένο άνθρωπο είναι πως αυτή δεν είχε ημερομηνία αποφυλάκισης, ήξερε πως θα έμενε εκεί μέχρι να την διώξουν, να την απελευθερώσουν ή να πεθάνει. Ήταν μια από τις χιλιάδες οικιακές σκλάβες που ζουν στις Η.Π.Α. σήμερα.

Με όλα αυτα, πρεπει να έχει γίνει κατανοητό, πως η οικιακή δουλεία δεν αφορά μόνο τις συνθήκες εργασίας του ατόμου μέσα στο σπιτι. Πίσω από κλειστές πόρτες, τα θύματα αυτά βιώνουν απεριόριστη σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική κακοποίηση. Οι γυναίκες αυτές υπακούν αμέσως τους ‘ιδιοκτήτες’ τους. Σίγουρα, οι γυναίκες αυτές δεν ξεκίνησαν να δουλεύουν εκεί για να γίνουν σκλάβες, μπορεί ακόμα και οι κακοποιοί αυτοί να μην της έφεραν γι’ αυτό το λόγο εδώ. Οι ‘εργοδότες’ μιλάνε συχνά για τις καλές τους προθέσεις, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Είναι μια κατάσταση που εξελίσσεται γρήγορα, με τους ανθρώπους να παίρνουν ρόλους σκλάβου και κακοποιού.

Ο μεγαλύτερος αριθμός οικιακών σκλάβων σήμερα είναι έφηβα κορίτσια, αλλά κάποιες είναι ενήλικες γυναίκες που ελπίζουν να κερδίσουν αρκετά χρήματα για να στείλουν στις οικογένειές τους. Η Lakshmi, στην ηλικία των 34, δεν ήταν πλέον ένα αφελές νέο κορίτσι, αλλά σύζυγος ενός άρρωστου άνδρα και μητέρα πέντε παιδιών. Ήταν αυτή που κέρδιζε το ψωμί της οικογένειας, αλλά δεν μπορούσε να βρει δουλειά στην πόλη που γεννήθηκε, την Μπαγκαλόρ, στην Ινδία. Γι΄αυτό και ταξίδεψε μέχρι το Κουβέιτ, όπου εργάστηκε ως οικιακή βοηθός. Μετά από μερικούς μήνες, της δόθηκε η ευκαιρία να έρθει στην Νέα Υόρκη για να προσέχει το βρέφος της οικογένειας ενός διπλωμάτη από το Κουβέιτ. Της υποσχέθηκαν $2000 το μήνα, το μόνο που πήρε όμως ήταν σκλαβιά.

Όταν η Lakshmi έφτασε στη Νέα Υόρκη, ο διπλωμάτης της πήρε το διαβατήριο. Δούλευε για δεκαπέντε ώρες κάθε μέρα χωρίς καθόλου άδεια και ήταν αναγκασμένη να προσέχει και τα δύο παιδιά του εργοδότη της. Η γυναίκα του την χτυπούσε καθημερινά και είχε υποστεί συνεχή σεξουαλική κακοποίηση. ‘Ετρωγε λιγοστή ποσότητα φαγητού και δεν την πληρώθηκε ποτέ. Κλειδωμένη σε ένα διαμέρισμα, της απαγόρευσαν να έχει κοινωνικές επαφές και η ίδια, φοβούμενη να φύγει, έμεινε εκεί για τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Μια μέρα, την χτύπησαν πολύ άσχημα και έχοντας φοβηθεί για τη ζωή της αποφάσισε να τα μαζέψει και να φύγει. Ήταν τρομοκρατημένη, αλλά κατάφερε να βρει το διαβατήριό της και να δραπετεύσει από το διαμέρισμα. Μόνη και καταβεβλημένη στους μεγάλους δρόμους του Μανχάταν, ξέκίνησε να τρέχει με το φόβο ότι από στιγμή σε στιγμή ο άνδρας ή η γυναίκα του θα την έβρισκαν. Από καθαρή τύχη, έπεσε σε ένα ταξιτζή που μιλούσε τη γλώσσα της, και την οδήγησε στον Ινδουιστικό ναό της περιοχής Κουίνς. Από εκεί, ήρθε σε επαφή με την φιλανθρωπική οργάνωση Αντολάν, για την προστασία γυναικών από χώρες της Νότιας Ασίας. Την βοήθησαν να καταγγείλει την υπόθεσή της στις αρχές. Η Lakshmi, μόλις είχε γίνει μέλος σε ένα πολύ μικρό κλαμπ: αυτό των θυμάτων trafficking που καταφέρνουν να δραπετεύσουν ή να διασωθούν, που αποτελούν ποσοστό μικρότερο του 1% των συνολικών θυμάτων.

Πολύ έγκαιρα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε προσφέρει στην Lakshmi visa αν αυτή επέλεγε να καταθέσει ενάντια σ’ αυτούς που την κρατούσαν. Παρά τον τρόμο που ένιωθε, η κοπέλα συμφώνησε. Ακόμα και σε αυτό ήταν η εξαίρεση στον κανόνα γιατί τα περισσότερα θύματα δεν επιλέγουν να προσάψουν κατηγορίες και να καταθέσουν. Οι κακοποιοί τους, τους έχουν ήδη εξηγήσει τι θα συμβεί σε αυτές και τις οικογένειές τους πίσω στη χώρα τους, αν κάνουν κάτι τέτοιο, αν τολμήσουν να πουν τίποτα σε κανένα. Αυτά τα θύματα χρειάζονται βοήθεια: ιατρική, νομική και ψυχολογική. Ομως με το φόβο για την ασφάλειά τους όπως και για την ασφάλεια των οικογενειών τους, πολλά θύματα εξαφανίζονται λίγο πριν από τη δίκη, χανοντας το δικαίωμα για προστασια που τους έχει προσφέρει η κυβέρνηση, που φαίνεται πως την απασχολεί περισσότερο να καταδικάσει τον θύτη παρά να προστατέψει το θύμα.

Παρά την επιθυμία της Lakshmi να δει τον άνθρωπο που την κακοποίησε και της στέρησε την ελευθερία της να τιμωρείται, η κυβέρνηση δεν άσκησε δίωξη, λόγω του διπλωματικού στάτους του κατηγορουμένου. Αυτό είναι ένα σημαντικό πρόβλημα αφού οι ξένοι διπλωμάτες φαίνεται πως εμπλέκονται σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων trafficking ,οι οποίοι είτε κάνουν χρήση του δικαιώματος της ασυλίας είτε απομακρύνονται στο εξωτερικό από τις κυβερνήσεις στις οποίες εργάζονται. Σε αυτες τις περιπτώσεις το θύμα είναι που ποινικοποιείται.

Κάθε χρόνο, ξένοι διπλωμάτες και αμερικανοί πολίτες χρησιμοποιούν διεθνή πρακτορεία όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και τα Ηνωμένα Έθνη για να εισάγουν νόμιμα χιλιάδες ανθρωπους ως οικιακούς βοηθούς. Οι περισσότεροι προέρχονταιι από διάφορα μέρη της Αφρικής και της Ινδίας και πολλοί από αυτούς είναι σκλάβοι. Το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο εργασιακών σχέσεων (National Labor Relations Act) δεν αναγνωρίζει τους οικιακούς βοηθούς ως ‘υπάλληλους’. Αυτό, σε συνδυασμό με μια πολιτική μετανάστευσης που συνδέει άμεσα την οικιακή βοηθό με τον εργοδότη της μέσω της άδειας εργασίας της (visa), λειτουργεί υπέρ αυτού που εγκληματεί και δημιουργεί προβλήματα σε άλλες οικιακές βοηθούς σε περίπτωση που την βοηθήσουν να αποδράσει. Αν η απόδραση γίνει μετά από κακοποίηση υπάρχει ο κίνδυνος να την απελάσουν οι αρχές- εκτός αν μπορεί να αποδείξει την κακοποίηση- αφού με το να σπάσει το συμβόλαιο της, μηδενίζονται αυτομάτως οι παροχές και τα δικαιώματα από της άδειας εργασίας της. Αν η υπόθεση γίνει δημόσια όπως με την Lakshmi, ο ξένος διπλωμάτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει ασυλία. Στην υπόθεση της Lakshmi, ο διπλωμάτης μεταφέρθηκε πίσω στη χώρα του και η κυβέρνηση του Κουβέιτ απέρριψε κάθε αίτημα για διερεύνηση. Ένα επίσημο πρόσωπο της κυβέρνησης ανέφερε: ‘Υποθέτω πως απλά ήθελε να μείνει στις Η.Π.Α. Τέτοιες καταγγελίες γίνονται μόνο σε χώρες που αυτοί οι άνθρωποι βρίσκουν καλές ευκαιρίες και θέλουν να τις αρπάξουν’.

Κριτική σε κάποιες θέσεις των συγγραφέων

της BlackCat

Οι συγγραφεις του βιβλίου ‘The slave next door’, Κέβιν Μπέιλς και Ρον Σούνταλτερ, από το οποίο προέρχεται αυτό το απόσπασμα, ερμηνεύουν τα γεγονότα από τη δική τους αποστασιοποιημένη ερευνητική οπτική, ασκώντας κριτική πολύ επιλεκτικά.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι το trafficking οικιακών σκλάβων δεν γίνεται για το κέρδος αλλά για μείωση των εξόδων κι αυτό το σχόλιο μπορεί να χαρακτηριστεί τουλάχιστον ως αφελές. Λογικά, με τη μείωση των εξόδων που προέρχεται από την δωρεάν εργασία του οικιακού σκλάβου, αυξάνεται και το ποσό που περισσεύει στον προυπολογισμό της οικογένειας, άρα η ύπαρξη κέρδους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Στην περίπτωση της Lakshmi που είχε συμφωνηθεί το μηνιαίο ποσό των $2000 για την εργασία της, με την κατακράτηση της πληρωμής της η οικογένεια είχε κέρδος $24 000 ανά έτος, που συνολικά ήταν $96 000 για τα τέσσερα χρόνα που έμεινε εκεί. Αυτά είναι πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά και αποδεικνύει σε αντίθεση με αυτό που υποστηρίζουν οι συγγραφείς, πως το κέρδος παίζει ένα τεράστιο ρόλο σε αυτού του είδους trafficking (γιατι αλλιώς θα της κατέβαλλαν τα δεδουλευμένα).

Δεύτερο, αναφέρουν ότι τα πλούσια αφεντικά ίσως δεν είχαν πρόθεση να γίνουν βασανιστές αλλά έγιναν, λόγω της εξέλιξης των σχέσεων σε ένα ήδη προβληματικό περιβάλλον, γιατί όπως οι ίδιοι συγγραφείς αναφέρουν ‘είναι πολύ εύκολο να πουμε ότι είναι απλά κακοί άνθρωποι’. Αυτό αποτελεί μια αθωωτική δήλωση για την τάξη των πλουσίων που σαν από λάθος εκμεταλλεύτηκε, έδειρε, βίασε, βασάνισε φτωχούς που πήγαν να δουλέψουν για ένα κομμάτι ψωμί.

Η μεθοδολογία τους, οδηγεί σε μια επιφανειακή αντίληψη ενός πολύπλοκου φαινομένου, όχι γιατί δεν αναφέρονται σε όλες τις πτυχές του ζητήματος, γιατί το κάνουν, αλλά γιατί αποτυγχάνουν να δώσουν την ανάλογη σημασία στα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά δραστών και θυμάτων ως καθοριστικά για την ταυτότητά τους και τον τρόπο που συνδέονται μεταξύ τους. Η κακοποίηση δεν αποτελεί θέμα εξέλιξης σχέσεων αλλά μιας προ-υπάρχουσας συστημικής ανισότητας που αποκορυφώνεται στη λειτουργία του trafficking μέσα από την ακραιότητα των αντιθέσεων, όπου ο βασανισμός γίνεται ένα αναγκαίο μέσο αυτοπροσδιορισμού της άρχουσας τάξης, που ξεπερνά την δεδομένη πλέον οικονομική εκμετάλλευση των φτωχών και επεκτείνεται στον εξουσιασμό του σώματός τους: το φυσικό περιορισμό, τον έλεγχο της ποσότητας του φαγητού, τον ξυλοδαρμό και τον βιασμό. Το μέγεθος της κακοποίησης είναι ανάλογο του μεγέθους της ταξικής διαφοράς των πλουσίων από τους φτωχούς, το οποίο δεν εντείνεται μέσα από το trafficking απλά επιβεβαιώνεται. Η κατασταλτική λειτουργία της κακοποίησης εγγυάται την επ’ αόριστον οικονομική εκμετάλλευση των φτωχών, μέσα από την καλλιέργεια του φόβου και της ψυχολογικής εξάρτησης, που επιτρέπει τη συντήρηση των υπάρχοντων κοινωνικών ανισοτήτων.

Με την άποψη πως το ενδιαφέρον της αμερικανικής κυβέρνησης για την καταδίκη του δράστη έχει ως συνέπεια το ότι αφήνει το θύμα απροστάτευτο, κάτι που συμβάλλει στο να μην καταδικάζεται σχεδόν ποτέ κανείς, αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν πως αυτό είναι μια τακτική ατιμωρησίας του θύτη, μια έμμεση συνταγματική προστασία των εγκληματιών και όχι κάτι που πηγάζει από την προσήλωση στην καταδίκη του οποιουδήποτε.

Δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κάποια αντίθεση ανάμεσα στο Κουβέιτ, που προσέφερε ασυλία στο δράστη όταν η δαδικασία ειχε φτασει προ των πυλών της δικαστικής αίθουσας και της πολιτισμένης Αμερικής που στην περίπτωση της Ρουθ, απέφυγε τη διερεύνηση και δίωξη αλλά επέβαλε τον εγκλεισμό του θύματος σε ψυχιατρική κλινική.

Και τα δύο κράτη έκαναν απολύτως νόμιμα ό,τι ήταν δυνατόν όχι μόνο για να μην τιμωρηθεί κανένας υπαίτιος, αλλά και να μην αναγκαστεί κανείς να καταβάλει τους μισθούς των γυναικών. Οι υποθέσεις βγήκαν στο φως με τη βοήθεια απλών πολιτών και οργανώσεων προστασίας μεταναστών, που δημιουργήθηκαν από τους ίδιους τους μετανάστες.

Πίσω από κλειστές πόρτες ακριβών σπιτιών σε καλές περιοχές της πόλης ζουν οι οικιακοί σκλάβοι. Οι αφέντες τους, ευγενέστατες κυρίες με καλοχτενισμένα μαλλιά, που θα τις δείτε να καλημερίζουν χαμογελώντας τους γείτονες παίρνοντας τα παιδιά τους σε κάποιο ακριβό ιδιωτικό σχολείο, δεν συγκαταλέγονται στις λίστες με τους ύποπτους της αστυνομίας. Δεν προσεγγίζονται από περιπολικά που θα ζητήσουν την ταυτότητά τους και όταν κατηγορούνται, αντιμετωπίζονται με τόση επιείκια που ποτέ δεν θα τις δείτε ποτέ σε κάποια φυλακή. Η εγκληματοποίηση της φτωχογειτονιάς από την αστυνομία, όχι μόνο ποινικοποιεί τους φτωχούς αλλά δρα προστατευτικά απέναντι στην αρρωστημένη εγκληματικότητα των πλουσίων, προτρέποντας έτσι την αύξηση και τη διαιώνισή της.

Η κοινωνική πραγματικότητα ερμηνευόμενη μέσα από τις αντιθετικές έννοιες της τιμωρητικότητας για τους φτωχούς και της ατιμωρησίας για τους πλούσιους αναδεικνύει τον κεντρικό ρόλο της συστηματικής θυματοποίησης των φτωχών, στην οικονομική τους εκμετάλλευση από τους πλούσιους. Κι εδώ ταιριαζει το απόφθεγμα του Μπράιαν Στήβενσον, πως το αντίθετο της φτώχειας δεν είναι ο πλούτος αλλά η κοινωνική δικαιοσύνη.

omniatv.com

Advertisements
This entry was posted in Αποκαλύψεις-Αρθρα and tagged . Bookmark the permalink.