Τα Εξάρχεια Είναι Ελευθερία

Συχνά, οι «εκτός» πιστεύουν ότι τα Εξάρχεια είναι η συνοικία των αναρχικών και της μολότοφ, του μπάφου και της καϊλας, του πιτσιρικά που λιώνει στις μπύρες και χαραμίζει την όποια φαιά ουσία του σε αυτές, η περιοχή των βανδαλισμένων από ταγκιές νεοκλασικών αρχιτεκτονημάτων, η γειτονιά που κάποτε είχε μια αίγλη αλλά τώρα της τελείωσε. Είναι τρόπον τινά όμορφο, γιατί παρουσιάζεται σαν ένας ευρύτερος χώρος που παρέχει άσυλο στους άσωτους της Αθήνας.

Για τους «εντός» όμως, που μεγάλωσαν στα Εξάρχεια, είναι το μέρος που λες εφτά «γεια» σε μία απόσταση είκοσι μέτρων, εκεί που βγαίνοντας συναντάς τη μαμά της Νιόβης, την γιαγιά του Αλέξανδρου και τον αδερφό του Ελυσσαίου, εκεί που όταν καθόσουν στο μπαλκόνι άκουγες τον Πέτρο να φωνάζει τον Όλαφ τον σκύλο, η περιοχή που πήγες νηπιαγωγείο απέναντι από την Ίντριγκα, δημοτικό δίπλα από το Mo Better (ακόμα δεν το έχουμε ξεπεράσει το κλείσιμό του) και γυμνάσιο στην Βαλτετσίου – από πρίν γίνει «φάση Βαλτετσίου». Είναι εκεί που μεγάλωσες κάνοντας σε νεαρή ηλικία ταχύρρυθμα μαθήματα αντιμετώπισης δακρυγόνων και έβλεπες τη μητέρα σου να τσακώνεται με μπάτσους κάτω από το σπίτι, επειδή κάθε 17 Νοέμβρη αποφάσιζαν να κλείσουν το τετράγωνο της Τοσίτσα-Μπουμπουλίνας (ακόμα και για τους κατοίκους) και τέλος, το μέρος που πρωτοβρήκες ημιπεθαμένο πρεζάκι στα σκαλιά του σπίτιου σου πηγαίνοντας στο σχολείο.

Το 2008, προφανέστατα έτος ορόσημο στην σύγχρονη ιστορία των Εξαρχείων με ένα περιστατικό που θύμισε την άδικη δολοφονία του Καλτεζά, άλλαξε για άλλη μία φορά το τοπίο, βάζοντας τα Εξάρχεια στον χάρτη των media ως νούμερο ένα προβληματική περιοχή του κέντρου – κυριώς σε θέματα που δεν αφορύν στο μεταναστευτικό. Ρυμοτομικά, το γεγονός ότι είναι κοντά σε κομμάτια που παλιότερα είχαν μεγαλύτερη αίγλη και ασφάλεια, όπως η Πλατεία Βικτωρίας, η Ομόνοια και το Πεδίον του Άρεως, ενίσχυσε βλακωδώς την ιδέα ότι τα Εξάρχεια έχουν χάσει το επίπεδο που κάποτε είχαν. Με την αγορά των Εξαρχείων να πλήττεται και τα εμπορικά μαγαζιά να κλείνουν το ένα πίσω από το άλλο, την Στουρνάρη να χάνει τον τίτλο της μικροσκοπικής Silicon Valley της Αθήνας, την Μεσολογγίου να γίνεται συνώνυμο της αδικίας του 2008, τα στενά χαμηλά στη Θεμιστοκλέους να κρίνονται επικίνδυνα, το μόνιμο πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών να μεταφέρεται από δρόμο σε δρόμο μήνα με τον μήνα και την αλβανική μαφία να έχει ανοίξει παραρτήματα στην πλατεία – φυσικά οι αστυνομικοί παραείναι απασχολημένοι με το κυνηγητό της πιτσιρικαρίας για να ασχοληθούν με κάτι τέτοιο.

«Τα Εξάρχεια είναι ελευθερία», μου λέει η Μαριάννα, δευτεροετής της Παντείου, «μεγάλωσα Γλυφάδα και το 2007 μετακομίσαμε με την οικογένειά μου εδώ. Στην αρχή γκρίνιαζα και δεν καταλάβαινα, αλλά μετά είδα. Είδα ότι εδώ δε θα με σχολιάσει κανείς για αυτά που είμαι και είδα ότι οι παρέες μου είναι σίγουρα πιο δεμένες. Λατρεύω να βγαίνω στη περιοχή μου και φίλοι που έχω κάνει από την Σχολή, έρχονται πλέον όλοι εδώ. Και για έναν φοιτητή είναι αρκετά πιο οικονομικά από άλλα σημεία του κέντρου.» Θαρρώ, πως η μόνη αγορά που δεν έχει πληγεί στον ίδιο βαθμό με την εμπορική, είναι αυτή της διασκέδασης. Σίγουρα ο κόσμος -και δη φοιτητές και άνεργοι- δεν πίνει όπως έπινε κάποτε, αλλά όπως φαίνεται και από την πρωτιά που κατέχει στο site ftinapota.gr, με 20 μαγαζιά στην λίστα και τον Κεραμεικό/Μεταξουργείο να ακολουθούν με 13, τα Εξάρχεια συνεχίζουν να είναι μία αρκετά οικονομική συνοικία.

«Εγώ βγάζω 543 ευρώ τον μήνα καθαρά», λέει τσαντισμένα ο 35χρονος ελεύθερος επαγγελματίας Μιχάλης, «και με αυτά πρέπει να πληρώσω λογαριασμούς, βενζίνες για το μηχανάκι και να δω και κανα άνθρωπο. Με δέκα ή είκοσι ευρώ μπορώ νε περάσω ένα πολύ όμορφο βράδυ με φίλους. Στην Μπενάκη για παράδειγμα, δέκα ισοδυναμούν με τουλάχιστον 3 μπύρες ή αρκετό κρασί. Δεν λέω ότι είμαστε οι μόνοι στην Αθήνα που το έχουμε αυτό, αλλά τα Εξάρχεια είναι και το μόνο μέρος που δεν χρειάζεται να προσποιηθώ».

Περπατώντας με την Νατάσα για να τραβήξουμε τις φωτογραφίες, της εξηγούσαμε με την φίλη μου Ηλέκτρα, όλα τα urban legends των legends των Εξαρχείων, που είναι και πολλά. «Εδώ βοήθησα τη μητέρα του Ξαρχάκου μια μέρα που είχε κλειστεί από το σπίτι της, εδώ ήταν το σπίτι του Παλαμά, εδώ έμενε μια τρελή με γάτες που όταν ανοίξανε το σπίτι της βρήκανε λίρες, εδώ αυτό που βλέπεις ανακαινισμένο είχε σχεδόν γκρεμιστεί στο σεισμό, εδώ έμενε ο Άσημος», και από εκεί ξεκίνησε μία συζήτηση περί της μουσικής πλευράς των Εξαρχείων. «Η μουσική έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στην ταυτότητα των Εξαρχείων», διατείνεται η Ηλέκτρα, «εκτός από το γεγονός ότι μεγάλες καλλιτεχνικές προσωπικότητες έχουν περάσει από εδώ, ακόμα και τώρα είναι ελάχιστα τα μαγαζιά που παίζουν κακή μουσική στην περιοχή».

Κάπου εκεί συναντάμε και τον Ανδρέα, ιδιοκτήτη καφετέριας, χρόνια φίλο και κάτοικο Κολωνού, ο οποίος μας εξηγεί ότι από τον κόσμο που έρχεται σε επαφή λόγω του μαγαζιού και οι οποίοι δεν μένουν στα Εξάρχεια, απλά ενισχύεται η άποψη του ότι τα Εξάρχεια δε θα πεθάνουν ποτέ. «Εντάξει, μας διαφοροποιεί το ότι έχουμε πέντε-έξι-δεκαπέντε παραπάνω καμμένους κάδους», αναφέρει γελώντας, «αλλά, τα Εξάρχεια ήταν, είναι και θα είναι ένα κέντρο νεολαίας. Ακόμα και εμείς, οι πιο μεγάλοι, αισθανόμαστε νέοι λόγω αυτών. Έχει τα θεματάκια της σαν περιοχή, αλλά ποια περιοχή δεν έχει; Και θα είναι πάντα η περιοχή που είχε την Γκρότα και το Πολυτεχνείο» (γέλια).

Εγώ με τη σειρά μου, έχω να πω ότι τριάντα χρόνια σε αυτή τη συνοικία και ενώ έχω βρεθεί σε άσχημες καταστάσεις με πρεζάκια και άλλα, δεν έχω αισθανθεί ποτέ μη ασφαλής. Έμαθα να ακούω μουσική εδώ, να συζητάω εδώ και έμαθα να πίνω τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι, μπάτσοι…. (την συνέχεια την ξέρετε).

vice

Advertisements
This entry was posted in Αρθρα. Bookmark the permalink.