Τα σκάνδαλα ΠΑΣΟΚ: Από το καλαμπόκι στον Κοσκωτά και από το Χρηματιστήριο στον Τσοχατζόπουλο

Είναι γνωστό ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν φανατικός θαυμαστής και θαμώνας στα λαϊκά κέντρα που τραγουδούσε η Ρίτα Σακκελαρίου. Στο θρυλικό κέντρο το κέντρο «Κουίν Αν» στην εθνική οδό, δεν ήταν λίγες φορές που ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, εθέαθη να χορεύει το αγαπημένο του ζεμπέκικο: «Αυτός ο άνθρωπός αυτός».
Όμως στη δεκαετία του 80, όπου με το σύνθημα «αλλαγή» το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε τη χώρα αρχικά για δύο τετραετίες και συνέχισε, τόσο ο Ανδρέας Παπανδρέου, όσο και οι συνεργάτες του (υπουργοί και διάδοχοι), φαίνεται ότι εμπέδωσαν ένα άλλο λαϊκό σουξέ της μεγάλης τραγουδίστριας.

Το «Ιστορία μου αμαρτία μου, λάθος μου μεγάλο».


Με αφορμή την επέτειο για τη συμπλήρωση 40 ετών από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, το NEWS 247, ανατρέχει στην ιστορία και θυμίζει μερικές υποθέσεις που μετονομάστηκαν σε σκάνδαλα, έφτασαν στις δικαστικές αίθουσες και κυριάρχησαν στα δημοσιεύματα του Τύπου.
Η συγκυβέρνηση Μητσοτάκη – Αριστεράς, τα γουνάκια των δικαστών στο ειδικό δικαστήριο, τα «πάμπερς γεμάτα χρήματα», έγιναν μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης και οδήγησαν σε μια άνευ προηγουμένου όξυνση και σε έναν άκρατο δικομματισμό, που πόλωσε πολιτικούς και πολίτες.
Για τους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ η τριετία 1989 – 1992 έμεινε στην ιστορία ως «Βρώμικο ’89», καθώς θεωρούν σκευωρία την προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας και του ενιαίου Συνασπισμού να διερευνήσουν και να αποδώσουν ευθύνες για τα σκάνδαλα της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Το σκάνδαλο του καλαμποκιού

Ένα από τα πρώτα σκάνδαλα των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ ήταν αυτό που έμεινε στην ιστορία γνωστό ως σκάνδαλο του Καλαμποκιού. Αφορά την λαθραία εισαγωγή χιλιάδων τόνων γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού από κρατική εταιρεία και την εξαγωγή του στη συνέχεια σε χώρες της Ευρώπης ως ελληνικό. Τα κέρδη από την «κομπίνα» υπερέβησαν τα 1,5 εκατομμύρια δολάρια ενώ στα παραστατικά εμφανίστηκαν μόνο 1 εκατομμύριο δρχ.!


Ο υφυπουργός Οικονομικών Ν. Αθανασόπουλος, παραπέμφθηκε για την υπόθεση το 1989, δικάστηκε το 1990 (ηθική αυτουργία σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, χρήση πλαστού εγγράφου, απλή συνέργεια σε νόθευση βιβλίων απόπλου-κατάπλου λιμεναρχείου Καβάλας), καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών και οδηγήθηκε στον Κορυδαλλό (τελικά έμεινε στη φυλακή για 19 μήνες).
Ο Αθανασόπουλος ήταν το μόνο κυβερνητικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1981-1989 που καταδικάστηκε και πήγε φυλακή (ο Μένιος Κουτσόγιωργας είχε προφυλακιστεί αλλά πέθανε από εγκεφαλικό πριν βγει απόφαση, ενώ οι Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος εξαγόρασαν τις δικές τους ποινές).

Τόμπρας και υποκλοπές

Ο Θεοφάνης Τόμπρας μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1981, τοποθετήθηκε υποδιοικητής του ΟΤΕ, ενώ τον Φεβρουάριο του 1984 έγινε διοικητής. Με τις διαρθρωτικές αλλαγές του 1987, ο τίτλος του άλλαξε και έγινε γενικός διευθυντής.
Επί διοικήσεώς του, έγινε σημαντική δουλειά στον τομέα του εκσυγχρονισμού των τηλεπικοινωνιών, που αναγνωρίστηκε και από αντιπάλους του, ενώ έδειξε και ιδιαίτερη φροντίδα για το προσωπικό του οργανισμού, ικανοποιώντας αρκετά αιτήματα εργαζομένων. Όμως ορισμένες φορές κατηγορήθηκε για αυθαιρεσίες. Φέρεται να χειροδίκησε σε βάρος του τότε προέδρου του ΟΤΕ, Τάσου Μαντέλη, όταν συγκαλούσε το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ είχε τοποθετημένο επιδεικτικά το πιστόλι του στο τραπέζι συνεδριάσεων, ενώ διέθετε ένοπλους σωματοφύλακες που δεν ήταν αστυνομικοί (όπως συμβαίνει συνήθως με κρατικούς αξιωματούχους) αλλά ιδιώτες αγνώστων στοιχείων.

Πέραν της προσωπικής του φιλίας με τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, είχε στενές σχέσεις με τον γνωστό επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη, και με τους δημοσιογράφους Νίκο Κακαουνάκη (εκδότης τότε της εφημερίδας «Το Καλάμι») και Μάκη Κουρή (εκδότης της Αυριανής). Μάλιστα στο «Καλάμι» είχαν δημοσιευτεί αρκετές φορές κασέτες που περιείχαν ιδιωτικές συνομιλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας είχε καταγγείλει τον Τόμπρα ως πηγή αυτών των κασετών.

Μετά την πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 1989, ο Τόμπρας κατηγορήθηκε για τις καταθέσεις του ΟΤΕ στην Τράπεζα Κρήτης (τμήμα του σκανδάλου Κοσκωτά) καθώς και για παράνομες τηλεφωνικές υποκλοπές πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ. Για την πρώτη υπόθεση αθωώθηκε, ενώ η δεύτερη δεν έφτασε ποτέ στη δικαιοσύνη επειδή η Βουλή ανέστειλε τη δίωξη μετά την αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση Κοσκωτά και την δραματική αλλαγή του πολιτικού κλίματος τον Ιανουάριο του 1992.

Το σκάνδαλο Κοσκωτά

Το Σκάνδαλο Κοσκωτά αφορούσε ένα μεγάλο πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο το οποίο κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1990. Παράλληλα σηματοδότησε, κυρίως, τον αγώνα για τον έλεγχο των Μ.Μ.Ε. και των τραπεζών. Κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου υπήρξε ο τραπεζίτης Γιώργος Κοσκωτάς, πλην όμως ενεπλάκησαν σ΄ αυτό και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.
Το 1979, όταν ακόμη ήταν Πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο τότε μόλις 25 ετών Γιώργος Κοσκωτάς αναλάμβανε διευθυντής συναλλάγματος στην Τράπεζα Κρήτης.

Επρόκειτο για μια πρωτοφανή επαγγελματική επιτυχία του μετανάστη που επέστρεψε από την Αμερική και ενδεικτική της πορείας του ως το 1984, οπότε είχε φθάσει να κατέχει το 56% της τράπεζας, καθώς και τον εκδοτικό οργανισμό Γραμμή ΑΕ, που εξέδιδε τέσσερις εφημερίδες και έξι περιοδικά. Ως το 1987, είχε φθάσει στα χέρια του η ΠΑΕ Ολυμπιακός και στην Τράπεζα Κρήτης είχαν συγκεντρωθεί καταθέσεις ύψους περίπου 13 δισ. δρχ., προερχόμενες από ελληνικές ΔΕΚΟ.

Οι πρώτες αποκαλύψεις περί του περίεργου βίου του Γιώργου Κοσκωτά – πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος – άρχισαν ήδη από τον Οκτώβριο του 1987 και έγιναν ασφαλώς από τα ΜΜΕ που δεν του ανήκαν. Ως τον Ιούλιο του 1988 ο εισαγγελέας είχε διατάξει έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης. Και έπειτα ήρθε η φωτογραφική τροπολογία-«Κουτσονόμος», που άφηνε προνομιακά περιθώρια στον επιχειρηματία. Ο νόμος εγκρίθηκε από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Μένιο Κουτσόγιωργα.

Από τα ευρήματα του επιτρόπου αποδείχθηκε ότι ο Κοσκωτάς είχε κάνει υπεξαίρεση 33,5 δισ. δρχ. από την Τράπεζα Κρήτης. Ο επιχειρηματίας διέφυγε στη Βραζιλία και αργότερα στις ΗΠΑ, απ’ όπου εκδόθηκε στην Ελλάδα δύο χρόνια αργότερα.


Είχε ήδη σχηματιστεί η «κυβέρνηση της κάθαρσης» ή, κατά άλλη εκδοχή, η κυβέρνηση του «βρώμικου ’89» με τη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας και της Αριστεράς. Το 1989 το Κοινοβούλιο αποφάσισε την παραπομπή του τέως πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, καθώς και του Κουτσόγιωργα, του τέως υπουργού Οικονομικών Δημήτρη Τσοβόλα, του τέως υφυπουργού Βιομηχανίας Γιώργου Πέτσου και του τέως υπουργού Εθνικής Οικονομίας Παναγιώτη Ρουμελιώτη, ο οποίος τελικά δεν παραπέμφθηκε, γιατί ήταν ήδη ευρωβουλευτής και το ευρωκοινοβούλιο απέρριψε την πρόταση άρσης της ασυλίας του.
Η «δίκη του αιώνα» άρχισε σε φορτισμένο πολιτικά κλίμα και έληξε εξίσου οριακά, με το δικαστήριο να αθωώνει τον Ανδρέα με ψήφους 7 υπέρ και 6 κατά για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας. ο Μένιος Κουτσόγιωργας πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος κρίθηκαν ένοχοι για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Οι ποινές τους ήταν 2,5 χρόνια (εξαγοράσιμη) για τον πρώτο και 10 μήνες με αναστολή για τον δεύτερο, με αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων και των δύο, για τρία και δύο χρόνια αντίστοιχα.

Η ολοκληρωτική αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1992 επιβεβαίωσε το κύρος του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, και η επιστροφή του στην εξουσία το 1993 ερμηνεύθηκε ως προσωπικός θρίαμβος ενάντια στους κατηγόρους του.

Αντίθετα, η απόφαση της ηγεσίας της Αριστεράς να συμπράξει με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη οδήγησε στην εκλογική καθίζησή της και τη διχοτόμηση της. Η περίοδος συγκυβέρνησης είναι γνωστή ως «βρώμικο ’89».
Ο Γιώργος Κοσκωτάς αποφυλακίστηκε το 2001, έχοντας εκτίσει τα 3/5 της ποινής του.

Τσοχατζόπουλος από υπαρχηγός στη φυλακή

Ο άλλοτε κραταίος Άκης Τσοχατζόπουλος, ένας από τους «υπαρχηγούς» του Ανδρέα Παπανδρέου, απέτυχε να εκλεγεί διάδοχος του στο ΠΑΣΟΚ το 1996, καθώς έχασε τις εσωκομματικές εκλογές από τον Κώστα Σημίτη. Διετέλεσε υπουργός Εθνικής Άμυνας στις κυβερνήσεις Σημίτη το 1996 και το 2000 και από το 2004 δέχθηκε κριτική από μερίδα του τύπου και του πολιτικού κόσμου για τον γάμο του στο Παρίσι και τη δεξίωση που ακολούθησε σε πολυτελές ξενοδοχείο, καθώς και για την περιουσία του σε ακίνητα και τις επαφές του με τον επιχειρηματικό κόσμο.

Στις 30 Μαΐου 2010 οι εφημερίδες Καθημερινή και Πρώτο Θέμα σε δημοσιεύματά τους ανέφεραν ότι η σύζυγος του Άκη Τσοχατζόπουλου τρεις ημέρες πριν την ψήφιση του νόμου «περί αποκατάστασης της φορολογικής Δικαιοσύνης και αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής», που περιείχε διάταξη που πενταπλασίαζε τη φορολογία ακινήτων που ανήκουν σε υπεράκτιες εταιρείες, αγόρασε έναντι ενός περίπου εκατομμυρίου ευρώ οικία στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου συμφερόντων της υπεράκτιας εταιρείας Τορκάσο.
Ο Άκης Τσοχατζόπουλος υπεραμύνθηκε της αθωότητάς του, προειδοποίησε ότι θα προσφύγει στη ελληνική δικαιοσύνη ενώ η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Επιτροπή Διαφάνειας του ΠΑΣΟΚ. Την 1η Ιουνίου η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Ελένη Ράικου, διέταξε προκαταρκτική εξέταση με αφορμή τα δημοσιεύματα, ενώ έρευνα άσκησε και το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ).

Στις 7 Ιουνίου η επιτροπή του κινήματος ζήτησε την αναστολή της κομματικής του ιδιότητας λόγω των στοιχείων που προέκυψαν εις βάρος του.

Στις αρχές του 2011 και ύστερα από την έρευνα Κοινοβουλευτικής Επιτροπής που συντάχθηκε για την έρευνα των σκανδάλου δωροδοκιών της Siemens, βγήκαν στη δημοσιότητα διάφορα στοιχεία περί συμμετοχής μεταξύ άλλων πολιτικών προσώπων και του Άκη Τσοχατζόπουλου. Το πόρισμα αναφέρει ότι «Ο κ. Τσοχατζόπουλος ελέγχεται για τις ενέργειές του ως υπουργός Εθνικής Αμυνας την περίοδο από το 1996 έως 2001. Η επιτροπή συνδυάζει τις παραγγελίες εξοπλιστικών συστημάτων που έγιναν επί υπουργίας του με τις καταθέσεις μαρτύρων που είχαν συνεργαστεί με την εταιρία Siemens ότι είχαν δωροδοκήσει Έλληνες πολιτικούς και αξιωματούχους για τα Patriot.»
Στις 18 Μαρτίου 2011 ο Άκης Τσοχατζόπουλος κατέθεσε μήνυση κατά του γνωστού γερμανικού περιοδικού Der Spiegel με αφορμή δημοσίευμα του περιοδικού τον Φεβρουάριο του 2011, που τον συνέδεσε με την υπόθεση δωροδοκιών της εταιρίας κατασκευής υποβρυχίων Ferrostaal.

Στις 31 Μαρτίου 2011 η επιτροπή θεσμών και διαφάνειας της Βουλής αποφάσισε τον έλεγχο του πόθεν έσχες του πρώην υπουργού καθώς θεωρήθηκε ερευνητέο το ποσό των καταθέσεών του ύψους 178 εκατομμυρίων ευρώ. Ο πρώην υπουργός δήλωσε έκπληκτος από την απόφαση και ζήτησε εξηγήσεις από την επιτροπή. Στις αρχές Απριλίου 2011 δημοσιεύματα ανέφεραν ότι κατά την διάρκεια της υπουργίας του, σε συνάντηση του πρώην υπουργού με εκπροσώπους της Ferrolstaal για τη πώληση των υποβρυχίων, έλαβε ευχαριστίες από την εταιρία για την διεκπεραίωση της αγοράς, χωρίς να προηγηθεί η υπογραφή της συμφωνίας. Στις 3 Απριλίου 2011 ο Άκης Τσοχατζόπουλος ανακοίνωσε ότι θα προσφύγει στη δικαιοσύνη για το δημοσίευμα της εφημερίδας Real News, που σύμφωνα με τον ίδιο προσβάλλει την προσωπικότητά του.
Στις 11 Απριλίου του 2011, ο πρώην υπουργός διαγράφεται οριστικά από το ΠΑΣΟΚ. Η ψήφιση στο Κοινοβούλιο από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματος της σύστασης προκαταρκτικής επιτροπής από την Βουλή των Ελλήνων, έφεραν τον πρώην υπουργό σε σύγκρουση με τους βουλευτές του κόμματός του ενώ ανέφερε ότι αποτελεί κίνηση υποχωρητικότητας έπειτα από την πίεση της αντιπολίτευσης. Ο ίδιος προσφεύγει στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιώαννη Τέντε, με αίτημα την επίσπευση της διερεύνησης του πόθεν έσχες του από τον ΣΔΟΕ.
Στις 26 Μαΐου 2011 δημοσιεύτηκαν τα πρώτα στοιχεία που αφορούσαν την έρευνα του ΣΔΟΕ για το πόθεν έσχες του Άκη Τσοχατζόπουλου. Σύμφωνα με το ΣΔΟΕ η τιμή που είχε δηλώσει ο Άκης Τσοχατζόπουλος ότι αγόρασε το σπίτι του στην οδό Διονυσίου Αεροπαγίτου, ήταν μικρότερη από την αντικειμενική του αξία.

Ομιλία Τσοχατζόπουλου για υποβρύχια από Newscaster

Στις 6 Ιουνίου 2011 κατατέθηκε το πόρισμα της επιτροπής στον Πρόεδρο της Βουλής σχετικά με την υπόθεση αγοράς των γερμανικών υποβρυχίων. Την ίδια ημέρα σε συνέντευξη του στον ελληνικό ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό Σκάι αποποιήθηκε όλες τις ευθύνες του σε όλα τα ζητήματα στα οποία φέρεται να εμπλέκεται, ενώ έκανε λόγο για πλεκτάνη εις βάρος του. Την 1η Ιουλίου 2011 η Βουλή των Ελλήνων με ευρεία πλειοψηφία αποφάσισε την άσκηση ποινικής δίωξη κατά του Άκη Τσοχατζόπουλου για παθητική δωροδοκία σε βάρος του δημοσίου και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Ο Άκης Τσοχατζόπουλος από τη πλευρά του δήλωσε ότι πρόκειται για σκευωρία, ενώ ανακοίνωσε ότι προσφεύγει στο Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς του.

Στις 8 Ιουλίου 2011, ανακοινώθηκε από την ελληνική κυβέρνηση η άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Άκη Τσοχατζόπουλου επειδή βρέθηκαν σημαντικά ποσά σε καταθέσεις υφισταμένων του κατά την υπουργία στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στις 27 Ιουλίου 2011 ο πρώην υπουργός κατέθεσε και επίσημα προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Στις 22 Οκτωβρίου 2011 δημοσιεύματα αναφέρουν ότι ο πρώην υπουργός δέχθηκε καταθέσεις μεγάλων ποσών σε προσωπικό του λογαριασμό του από εκπρόσωπο εταιρίας εξοπλιστικών συστημάτων. Επίσης ο ίδιος ο Τσοχατζόπουλος δήλωσε υπέρογκα ποσά που δόθηκαν για ανακαίνιση της οικίας του επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ο Άκης Τσοχαντόπουλος αμφισβητεί την εγκυρότητα των στοιχείων που αφορούν την περιουσιακή του κατάσταση και δηλώνει την πρόθεση του για συνεργασία με τις ελληνικές αρχές για την διαλεύκανση της υπόθεσης.
Στις 13 Ιανουαρίου 2012 εκλήθη στον εισαγγελέα ως ύποπτος για ανειλικρινή φορολογική δήλωση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες η κλήση του αφορούσε τη φορολογική δήλωση του για το έτος 2009.

Στις 11 Απριλίου 2012 μετά από ένταλμα που εκδόθηκε σε βάρος του από τον ειδικό ανακριτή Πρωτοδικών και την εισαγγελέα συνελήφθη με την κατηγορία για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και οδηγήθηκε στην ΓΑΔΑ.

Στο εισαγγελικό πόρισμα που δημοσιεύτηκε μετά τη σύλληψή του, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «ο Άκης Τσοχατζόπουλος και οι συνεργάτες του συνέστησαν εγκληματική οργάνωση και για την πραγμάτωση του σκοπού τους ίδρυσαν τρεις Off shore εταιρείες, τις BLUBELL, ΝΟΒΙLIS και TORCASO, μέσω των οποίων προέβησαν σε σειρά παράνομων πράξεων, μεταξύ άλλων και νομιμοποίηση παράνομων αμοιβών μέσω του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Σε αυτές τις εταιρίες ιδιοκτήτης φαινόταν να είναι ο Άκης Τσοχατζόπουλος.

Το πόρισμα των δύο Εισαγγελέων ανέφερε επίσης: «Το χρονικό διάστημα από τον Μάιο 1998 έως τις 7/6/2001 να απέκρυψε περιουσία συνολικού ύψους 16.202.000 ελβετικών φράγκων και 1.748.000 δολαρίων ΗΠΑ, χρήματα τα οποία αποτελούν προϊόν παθητικής δωροδοκίας του ίδιου σχετικά με τις συμβάσεις προμήθειας των οπλικών συστημάτων TOR M1.

Την 2/12/2002 απέκρυψε περιουσία συνολικού ύψους 2.960.225 ελβετικών φράγκων σχετικά με τις συμβάσεις ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ και ΠΟΣΕΙΔΩΝ 2 (υποβρύχια) τα οποία αποτελούν παράνομη αμοιβή που κατέβαλε μέσω άλλης εταιρίας η γερμανική εταιρία FERROSTAAL.» Ο Άκης Τσοχατζόπουλος αρνήθηκε τις κατηγορίες. Στις 16 Απριλίου 2012, μετά από πολύωρη απολογία, ο Άκης Τσοχατζόπουλος με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα, κρίθηκε προφυλακιστέος και στις 17 Απριλίου 2012 οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού.

Ανάλογες ήταν οι αποφάσεις για τη σύζυγο του, Βίκυ Σταμάτη, την κόρη του καθώς και για πολλούς συνεργάτες του.

Στις 22 Απριλίου 2013 ξεκίνησε η δίκη του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.
Στις 7 Οκτωβρίου 2013 καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ποινή κάθειρξης 20 ετών για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Η έφεση δεν είχε ανασταλτικό χαρακτήρα και οδηγήθηκε στις φυλακές.
Τον Απρίλιο του 2014 το Εφετείο μείωσε την ποινή που του είχε επιβληθεί σε πρώτο βαθμό για ανακριβή δήλωση πόθεν έσχες από 8 σε 5,5 χρόνια κάθειρξη, αναγνωρίζοντας του το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου.

Μαντέλης, μαύρα ταμεία και Siemens

Στις 26 Μαΐου 2010 ο Τάσος Μαντέλης παραδέχθηκε, κατά την κατάθεσή του στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για την υπόθεση Siemens, είσπραξη προεκλογικής χορηγίας από την Siemens ύψους 200.000 μάρκα το 1998, όταν ήταν υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών στην κυβέρνηση Σημίτη. Είχε προηγηθεί η κατάθεση του κουμπάρου του, Γιώργου Τσουγκράνη, ο οποίος κατονόμασε τον Τάσο Μαντέλη ως αποδέκτη των 200.000 ευρώ.

Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών, Ιωάννης Σακελάκος, άσκησε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα και του απαγορεύθηκε η έξοδος από την χώρα. Παράλληλα παραδέχτηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2000 κατατέθηκαν 250.000 μάρκα στον ίδιο λογαριασμό, τα οποία όμως δεν γνωρίζει από ποιον προήλθαν.

Στις 13 Απριλίου 2011 καταδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με ποινή φυλάκισης τριών ετών για ψευδή υποβολή «πόθεν έσχες» την περίοδο 2006-2007. Η ποινή έχει ανασταλτικό χαρακτήρα και έτσι ο Μαντέλης αφέθηκε ελεύθερος, ενώ έχει ασκήσει και έφεση κατά της απόφασης.
Το 2008 οι εισαγγελικές αρχές ανακοίνωσαν ότι το 1999 είχαν κατατεθεί ένα εκατομμύρια μάρκα σε λογαριασμό του Θόδωρου Τσουκάτου, από την εταιρεία Siemens, ισχυρισμό τον οποίο ο ίδιος δεν αρνήθηκε. Πρόσθεσε επίσης ότι τα χρήματα μπήκαν σταδιακά στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ, καταγγελία που δεν έχει αποδειχτεί. Το 1999 ο κ. Τσουκάτος ήταν προϊστάμενος του γραφείου του κοινωνικού διαλόγου του πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη

Στην επίσημη ανακοίνωση που εξέδωσε ο Θ. Τσουκάτος για τα χρήματα που πήρε από την Siemens υποστήριξε:
«Ως μέλος της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ και εν συνεχεία μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας, μετείχα ενεργά στην οργάνωση της καμπάνιας για τις εκλογές. Δέχθηκα επίσκεψη στο γραφείο μου στο ΠΑΣΟΚ από τον κ. Μιχάλη Χριστοφοράκο και έγινα αποδέκτης πρότασης για οικονομική συνεισφορά στην καμπάνια του κινήματος και μου ζητήθηκε τραπεζικός λογαριασμός στο εξωτερικό για να γίνει η μεταφορά χρημάτων. Απευθύνθηκα σε γνωστό μου πρόσωπο που ανέλαβε να διευκολύνει το ΠΑΣΟΚ χωρίς δικό του όφελος και διεκπεραίωσε τη σχετική διαδικασία.Τα χρήματα, χωρίς άλλη δική μου ανάμειξη, ήρθαν στον τομέα Οικονομικού του ΠΑΣΟΚ, παρελήφθησαν από τους αρμόδιους του τομέα Οικονομικού και εισήλθαν στο ακέραιο στο ταμείο του κινήματος (ένα εκατ. μάρκα, δηλαδή 420.000 ευρώ). Δεν είχα ποτέ καμία προσωπική ανάμειξη ή άλλη αθέμιτη συμμετοχή.
Σημειώνω επίσης ότι ποτέ δεν διαχειρίστηκα χρήματα στο κίνημα ούτε είχα οποιαδήποτε θέση στο δημόσιο. Οι δραστηριότητές μου στο ΠΑΣΟΚ ήταν πάντα πολιτικές και κινήθηκαν στα πλαίσια που όριζαν κάθε φορά τα αρμόδια όργανα του κινήματος. Κατά συνέπεια, για κάθε εμπλοκή του ονόματός μου που θα με εμφάνιζε να έχω προσποριστεί οποιοδήποτε όφελος, θα ασκήσω τα νόμιμα δικαιώματά μου».

Το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου
Ήταν 17 Σεπτέμβρη 1999, όταν ο δείκτης της Σοφοκλέους είχε σημειώσει το ρεκόρ ανόδου του, σκαρφαλώνοντας στις 6.500 περίπου μονάδες. Τρία χρόνια μετά, στις 17 Σεπτέμβρη 2002 – και ενώ πια ήταν δεδομένο τι είχε παιχτεί με τη «φούσκα» – ο δείκτης είχε κατρακυλήσει κάτω από τις…2.000 μονάδες.
Μέσα σε μια τριετία, λοιπόν, η συνολική απώλεια της κεφαλαιοποίησης της Σοφοκλέους ανήλθε στο αστρονομικό ποσόν των 136 δισ. ευρώ (46,3 τρισ. δραχμές)! Με άλλα λόγια, τόση ήταν η διαφορά μεταξύ της συνολικής αξίας των εισηγμένων μετοχών το Σεπτέμβρη του 1999 και της αντίστοιχης αξίας τους τρία χρόνια αργότερα.
Στο αποκαλούμενο και σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου, πάνω από 140 δισ. ευρώ χάθηκαν από την υποτίμηση μετοχών. Στο αξιοσημείωτο ένα από τα συνθήματα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2000, που οδήγησε στην επανεκλογή του Κώστα Σημίτη, ήταν το ισχυρό Χρηματιστήριο που στοιχειοθετεί μια ισχυρή εθνική οικονομία.

Τον Απρίλιο 2013 – δεκατρία χρόνια μετά το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου-, η Δικαιοσύνη ξανανοίγει έναν ογκώδη φάκελο, παραπέμποντας σε δίκη 67 άτομα (επιχειρηματίες, στελέχη χρηματιστηριακών εταιρειών, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κ.λπ.) που φέρονται να εμπλέκονται σε υπόθεση παραπλάνησης του επενδυτικού κοινού με μετοχές – φούσκες.
Με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που προσεγγίζει τις 1.900 σελίδες (!), κρίνεται ότι πρέπει να παραπεμφθούν σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας 42 από τους 67 αρχικά κατηγορουμένους κατά το αρχικό πρωτόδικο βούλευμα.

Οι κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα της απάτης κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα («ξέπλυμα» χρήματος), παραβίαση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και υπεξαίρεση συνολικού ποσού ύψους περίπου 57 εκατ. ευρώ (την κρίσιμη περίοδο ανερχόταν σε περίπου 19 δισ. δρχ.).
Το Δεκέμβριο του 2013, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων κήρυξε αθώους τους 42 κατηγορούμενους, επιχειρηματίες, επενδυτές, χρηματιστές εφοπλιστές κ.α που κάθισαν στο εδώλιο με βαριά αδικήματα, όπως αυτά της απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα.
Το Μάρτιο του 2014, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαρ. Βουρλιώτης άσκησε αναίρεση κατά της αθωωτικής απόφασης, κρίνοντας εσφαλμένο το σκεπτικό της. Αν το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου υιοθετήσει την πρόταση του Χ. Βουρλιώτη, η απαλλακτική απόφαση θα ανατραπεί και οι εμπλεκόμενοι θα οδηγηθούν όλοι σε νέα δίκη. Αν πάλι απορριφθεί, η υπόθεση θα θα μπει οριστικά και αμετάκλητα στο χρονοντούλαπο της μεταπολιτευτικής ιστορίας.

Υπόθεση Λίστας Λαγκάρντ

Η Λίστα Λαγκάρντ, ή Λίστα Φαλτσιάνι, είναι ο ειδικός κατάλογος Ελλήνων καταθετών στην τράπεζα HSBC της Ελβετίας, που ήταν μεν προϊόν υποκλοπής, πλην όμως περιήλθε στις μυστικές υπηρεσίες της Γαλλίας και δι΄ αυτών στο γαλλικό Υπουργείο Οικονομικών και ο οποίος στη συνέχεια, κατά το μέρος που αφορούσε Έλληνες καταθέτες, διαβιβάστηκε στον τότε Έλληνα υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου.
Σύμφωνα με τα διάφορα δημοσιεύματα η ύπαρξη της λίστας Λαγκάρντ αποκαλύφθηκε το καλοκαίρι του 2010, όταν οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες φέρονταν να ενημέρωσαν την ελληνική ΕΥΠ και τον τότε διοικητή της Κ. Μπίκα ότι στο γαλλικό υπουργείο Οικονομικών υπήρχαν ήδη κατάλογοι, σε ψηφιακή μορφή, Ελλήνων καταθετών στην Ελβετία. Στη συνέχεια ο Δ/της της ΕΥΠ Κ. Μπίκας φέρεται να διαχειρίστηκε την όλη υπόθεση, όπου όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, υπήρξε συνεννόηση μεταξύ του ελληνικού και του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών, ώστε αυτό το αρχείο να φτάσει στις ελληνικές Αρχές. Έτσι με την εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών το αρχείο παραδόθηκε επίσημα από το γαλλικό Υπουργείο Οικονομικών στην Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι με διαβιβαστικό έγγραφο όπου και έφτασε τελικά τον Οκτώβριο του 2010 σε μορφή CD, εκτός διπλωματικού σάκκου, που σημαίνει χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου, παρακάμπτοντας έτσι το Υπουργείο Εξωτερικών, όταν και παραδόθηκε στον τότε υπουργό οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου. Ο τελευταίος ενημέρωσε σχετικά το Γραφείο Μαξίμου, δηλαδή το γραφείο του Πρωθυπουργού Γ. Α. Παπανδρέου.

Το CD φαίνεται να περιείχε περίπου 2000 αρχεία Excel με αριθμούς τραπεζικών λογαριασμών, ονόματα δικαιούχων και σε κάποιες περιπτώσεις (δηλώσεις αναφέρουν περίπου στους μισούς από αυτούς) χρηματικά ποσά καταθέσεων. Το συνολικό ποσό των καταθέσεων στη λίστα εκτιμάται σε περίπου 1,5 δις ευρώ.

Τον ίδιο μήνα ο Γ. Παπακωνσταντίνου επέλεξε μερικά από αυτά τα ονόματα (οι δηλώσεις μιλούν για περίπου 10-20 ονόματα) με τις μεγαλύτερες καταθέσεις και τα παρέδωσε σε πρόχειρο χαρτί στον τότε Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ Γιάννη Καπελέρη να «διερευνήσει το οικονομικό τους προφίλ». Σύμφωνα με τον κο Καπελέρη, σε αυτή τη λίστα δεν υπήρχαν ονόματα πολιτικών ή γνωστών επιχειρηματιών, χωρίς όμως να δηλωθεί αν έγινε ή δεν έγινε σχετική έρευνα παραβατικότητας στα συγκεκριμένα ονόματα. Τέλος το καλοκαίρι του 2011, λίγο πριν παραιτηθεί από Υπουργός Οικονομικών, ο Γ. Παπακωνσταντίνου παρέδωσε το σύνολο της λίστας στο νέο επικεφαλής του ΣΔΟΕ, Ι. Διώτη σε μορφή USB stick.

Παρέλειψε όμως να την παραδώσει και στον διάδοχό του, Ε. Βενιζέλο.

Στη συνέχεια ο μετέπειτα υπουργός Οικονομικών Ε. Βενιζέλος δήλωσε ότι δεν παρέλαβε τέτοιο αρχείο σε CD, αλλά σε μορφή «στικάκι» από τον Ι. Διώτη. Ο κος Βενιζέλος δεν πραγματοποίησε καμία έρευνα σχετικά με τη λίστα, καθώς θεώρησε ότι δεν μπορεί να αξιοποιηθεί νόμιμα, παρότι αυτό είχε επιδοθεί κατά το επισημότερο τρόπο με διαβιβαστικό έγγραφο. Επίσης φέρεται να την διατήρησε (υπεξαίρεσε) στο προσωπικό του γραφείο ακόμη και μετά την παραίτησή του από Υπουργός Οικονομικών. Τέλος, δεν την παρέδωσε στο διάδοχό του Φ. Σαχινίδη ως όφειλε ούτε σε οποιονδήποτε άλλον.

Το Σεπτέμβρη του 2012 ήρθε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα η ύπαρξη της λίστας. Μετά από μια αρχική σύγχυση για τη διαδρομή της λίστας και την εξαφάνισή της, ο Ε. Βενιζέλος αποκάλυψε πως είχε ακόμη στην κατοχή του τη λίστα, την οποία και παρέδωσε στις 2 Οκτωβρίου 2012 στον Πρωθυπουργό Α. Σαμαρά. Παράλληλα, ο Ε. Βενιζέλος άφησε υπόνοιες πως πιθανώς η λίστα που κατείχε να μην ήταν η αυθεντική αλλά να είχε στην πορεία της τροποποιηθεί.

Λίστα Λαγκάρντ: Ομιλία Παπακωνσταντίνου από allthewebnews

Τον Δεκέμβριο του 2012 εστάλη στις Γαλλικές αρχές η «πρωτότυπη» λίστα με τα ονόματα ατόμων που είχαν καταθέσεις στη συγκεκριμένη τράπεζα της Ελβετίας. Από την σύγκριση με την πρώτη λίστα που είχε παραδοθεί από τον επικεφαλής του ΣΔΟΕ Γιάννη Στασινόπουλο στην οικονομική εισαγγελία, προέκυψε ότι οι δύο λίστες διέφεραν και ότι από την πρώτη είχαν αφαιρεθεί συγγενικά πρόσωπα του Γ. Παπακωνσταντίνου. Για το λόγο αυτό, ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευ. Βενιζέλος αποφάσισε τη διαγραφή του Γιώργου Παπακωνσταντίνου από το ΠΑΣΟΚ .


Nαι στη διεύρυνση κατηγορητηρίου για... από amnawebtv

Τον Ιανουάριο του 2013 αποφασίστηκε από την Ελληνική Βουλή η σύσταση Προκαταρκτικής Επιτροπής προκείμενου να διευρενηθούν οι ευθύνες του πρώην υπουργού για το θέμα, οι εργασίες της οποίας ξεκίνησαν το Φεβρουάριο του 2013. Η επιτροπή αποφάσισε με πλειοψηφία να ζητήσει από την βουλή την παραπομπή του Παπακωνσταντίνου για τρία αδικήματα, αυτά της νόθευσης και της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος και της παράβασης καθήκοντος σε βαθμό πλημμελήματος. Η ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε με ισχυρή πλειοψηφία, στις 16 Ιουλίου 2013, υπέρ της άσκησης ποινικής δίωξης κατά του Παπακωνσταντίνου, σύμφωνα με το πόρισμα της προανακριτικής επιτροπής. Τον Ιανουάριο του 2014, το Δικαστικό Συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου αποφάσισε πως δεν υπάρχει κανένα θέμα παραγραφής των τριών αδικημάτων.

news247

Advertisements
This entry was posted in Αποκαλύψεις-Αρθρα. Bookmark the permalink.