Πώς αντιμετωπίζεται η μνημονιακή φοροεπιδρομή;, του Πέτρου Σταύρου

Διαβάζουμε πως ο νέος, διαφορετικά υπολογισμένος και πιο «δίκαιος» ΕΝΦΙΑ αποσκοπεί σε έσοδα της τάξεως των 3,1 δις σε έξι δόσεις. Τα 3,1 δις είναι μια σοβαρή απομόχλευση της αγοράς από διαθέσιμο χρήμα για κατανάλωση και επένδυση (αποταμίευση). Το ακόμα πιο σημαντικό, όμως, είναι πως απορροφάται από μια αγορά που δεν έχει δυναμική, εκτός ίσως κάποιων αδιόρατων κινήσεων στον πάτο του μπουκαλιού της οικονομίας.

Ο ΕΝΦΙΑ, ως μετεξέλιξη του χαρατσιού στους λογαριασμούς της ΔΕΗ, ανοίγει έναν νέο, σύντομο κύκλο, που φαίνεται ότι θα κλείσει τον Φεβρουάριο του 2015, μετά από 6 δόσεις, αν δεν διακοπεί νωρίτερα από κάποιο πολιτικό συμβάν ανατροπής. Το πολιτικό του κόστος, πάντως, είναι μεγάλο και φαίνεται πως αν δεν υπήρχε η πίεση της τρόικας η κυβέρνηση θα προχωρούσε στο επόμενο μεταρρυθμιστικό της βήμα, να κόψει ισόποσες δαπάνες του δημόσιου προϋπολογισμού για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και να φορτώσει την είσπραξη του φόρου σε αυτήν.

Ήδη από την αρχή του μνημονίου και μέχρι πέρσι, τον Αύγουστο του 2013, είχαν χαθεί 30 δις (ενάμιση ΕΣΠΑ περίπου) από την καταθετική βάση του τραπεζικού συστήματος, τα οποία έχουν «διοχετευτεί» στις ανάγκες των κενών της κατανάλωσης που αφήνει, στο βιοτικό επίπεδο, η μεγάλη μείωση μισθών, συντάξεων και άλλων εισοδημάτων αλλά και στις υποχρεώσεις που δημιουργούν τα «γιουρούσια» της εφορίας. Τελικά, δηλαδή, ένα σημαντικό ποσοστό των καταθέσεων που «βγαίνουν» από το τραπεζικό σύστημα διοχετεύεται στο κράτος για να πληρώνει ό,τι πληρώνει ένα κράτος υπό το καθεστώς του μνημονίου και των ταξικών απαιτήσεών του. Να υποθέσουμε ότι αυτό το «κάψιμο» λίπους συνεισφέρει κάπως στη συγκράτηση της πτώσης του τζίρου των μαγαζιών λιανικής πώλησης και κάποιων εγχώριων προμηθευτών, αλλά οι καταθέσεις που πάνε στις φορολογικές υποχρεώσεις πάνε ολόκληρες για να στηρίξουν τη δημοσιονομική πολιτική του ελληνικού κράτους στην εποχή του μνημονίου.

Τι θα άλλαζε αν στη θέση του ΕΝΦΙΑ επιβάλλονταν ένας δικαιότερος και προοδευτικότερος φόρος, τι θα γινόταν αν φορολογούνταν μόνο η μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία και τι θα γινόταν αν στο φορολογικό σύστημα βελτιωνόταν η σχέση άμεσων και έμμεσων φόρων; Μάλλον τα φορολογικά έσοδα θα αυξάνονταν, διότι το δικαιότερο φορολογικό σύστημα δημιουργεί και καλύτερα ταμειακά αποτελέσματα. Ας μην είμαστε βιαστικοί όμως, και ας δούμε πιο καλά τι σημαίνει δικαιότερο φορολογικό σύστημα σε σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη και το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό λειτουργεί.

Προοδευτικό φορολογικό σύστημα και κοινωνική δικαιοσύνη

Ας υποθέσουμε ότι επιστρέφουμε σε εποχές προ μνημονίου, και ότι το κράτος έχει άμεση και εύκολη πρόσβαση στις χρηματαγορές της Ευρώπης και του κόσμου όλου. Οι δυνατότητες δανεισμού του κράτους είναι απεριόριστες και γι’αυτό αυτό το ίδιο το κράτος αποφασίζει ότι θα μειώσει το γενικό επίπεδο φορολογικής επιβάρυνσης της οικονομίας από το 45% στο 35%. Ας υποθέσουμε επίσης ότι το ίδιο το κράτος διαθέτει ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα με σωστή προοδευτική κλίμακα και ενσυνείδητους φορολογούμενους (χωρίς φοροδιαφυγή δηλαδή) και πως κάποια στιγμή αποφασίζει τη μείωση του κοινωνικού κράτους λόγω του ότι πιστεύει στον «αποτελεσματικότερο» ιδιωτικό τομέα στη παροχή δημόσιων αγαθών. Με βάση αυτές τις δημοσιονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις και αποφάσεις το προοδευτικό φορολογικό σύστημα θα μετατραπεί σε αντιστρόφως προοδευτικό.

Τα χαμηλά εισοδήματα θα γνωρίσουν κάποιες μικρές φοροελαφρύνσεις (ο συντελεστής φορολόγησης ήταν ήδη χαμηλός,) αλλά θα χάσουν αρκετές ή και πολλές υπηρεσίες κοινωνικού κράτους. Αντίθετα, τα υψηλά εισοδήματα θα ωφεληθούν από μεγάλες φοροαπαλλαγές (διότι είχαν μεγάλο φορολογικό συντελεστή) και δεν θα χάσουν καθόλου από την ελαχιστοποίηση του κοινωνικού κράτους, λόγω του ότι ποτέ δεν ήταν χρήστες αυτού του κράτους. Η απόφαση μείωσης του γενικού φορολογικού συντελεστή και η ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού κράτους μετέτρεψαν ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα σε άδικο χωρίς να αλλάξει καμία φορολογική κλίμακα.
Ας επιστρέψουμε τώρα στη βάρβαρη εποχή του μνημονίου, όπου το ίδιο το κράτος επιβάλλει αυστηρά φορολογικά και εισπρακτικά μέτρα, μειώνει δραστικά τις κοινωνικές δαπάνες, ρίχνει μισθούς και συντάξεις κλπ κλπ. Η μέση φορολογική επιβάρυνση αυξάνεται από το 35% στο 45% για την επίτευξη πρωτογενών «πλεονασμάτων». Το κοινωνικό κράτος δεν υπάρχει, εκτός κάποιων θυλάκων ίσως, και οι περισσότεροι πολίτες με μικρά ή μεσαία εισοδήματα «στοιβάζονται» στις εναπομείνασες δημόσιες δομές και «γκρινιάζουν» συνεχώς για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Όσοι δεν έχουν καθόλου εισοδήματα είναι φυσικά εκτός αυτών των λιγοστών δομών, αφημένοι στην μοίρα τους. Τι θα προσέφερε στο παραπάνω εφιαλτικό περιβάλλον μια δικαιότερη φορολογική κλίμακα, μια φοροελάφρυνση κάποιων μικρομεσαίων στρωμάτων;

Σχεδόν τίποτα.

Τα προλεταριοποιημένα νοικοκυριά, με καθόλου εισοδήματα, θα συνέχιζαν να είναι χωρίς εισοδήματα και καθόλου ρευστό, ενώ τα υπόλοιπα θα είχαν χάσει πολύ περισσότερα με την ύφεση και την κατάρρευση των δημόσιων δομών (όλοι οι φόροι πηγαίνουν για να πληρώνουν χρέη) και θα «παρηγορούνταν», προσωρινά, από τις λιγοστές φοροαπαλλαγές που πέτυχαν. Η αύξηση του γενικού φορολογικού συντελεστή και μια κάποια δικαιότερη αναδιανομή των φορολογικών βαρών δεν απέδωσαν τίποτα σε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, μιας και το κράτος που χρηματοδοτείται από αυτό το δικαιότερο φορολογικό σύστημα παραμένει ταξικό και αδυσώπητο για τις υποτελείς τάξεις.

Η ατομική επιβίωση ως συλλογική εξαθλίωση

Να δούμε όμως τώρα κάτι πολύ ανησυχητικό που συμβαίνει στις υπηρεσίες και στο εμπόριο αλλά και εντός ενός άλλου αναδιανεμητικού συστήματος, του ασφαλιστικού. Δυστυχώς η απασχόληση αυξάνεται! Δυστυχώς, διότι αυξάνεται σημαντικά η εντελώς αθέσμιτη –«μαύρη» εργασία. Ο τζίρος του τουρισμού αυξήθηκε για κάποιους μήνες κατά 44%. Πολλοί δούλεψαν εντελώς «μαύρα» στον τουρισμό αλλά και αλλού, στο εμπόριο, και την αμοιβή τους πήγαν και την κατανάλωσαν επίσης στο λιανικό εμπόριο. Ο τζίρος της λιανικής μειώθηκε μόνο κατά 3% φέτος, ενώ πέρσι είχε μειωθεί κατά 12%. Παρά το ότι οι μισθοί χτυπήθηκαν από μια σκληρή ταξική πολιτική και ρυθμίστηκαν με διοικητικό τρόπο, φαίνεται πως η «μαύρη» εργασία συνεχίζει και έχει δυναμική.

Στην ουσία, πρόκειται για την ανάπτυξη πολλαπλών ατομικών τρόπων επιβίωσης μικροεπιχειρηματιών και εργαζομένων που καταφεύγουν σε μορφές παραοικονομίας για να «βουλώσουν» τρύπες χρέους και φορολογικών οφειλών και να στηρίξουν κάποια στοιχειώδη κατανάλωση. Άλλωστε, και σε πείσμα των νεοφασιστών, οι μετανάστες φεύγουν και ενώ λογικά αυτό θα οδηγούσε σε μείωση των μορφών «μαύρης» εργασίας, αυτή διογκώνεται. Άρα δεν φταίει η μετανάστευση για την άθλια κατάσταση των αγορών εργασίας, αλλά κάτι άλλο. Τελικά, αρκετοί ωφελούνται από αυτήν την κατάσταση αλλά τα ασφαλιστικά ταμεία δεν θα μπορούν στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα να καλύψουν σχεδόν τίποτα. Η «έξοδος» ευρύτατων στρωμάτων από το κοινωνικό ενδιαφέρον της χρηματοδότησης τέτοιων ευρύτατων αναδιανεμητικών σχημάτων οδηγεί στην συλλογική εξαθλίωση των στρωμάτων αυτών. Η ανάγκη να πουλάς την εργατική σου δύναμη μέχρι τα βαθιά γεράματα είναι το ίδιο με το να κάθεσαι 20 ώρες την ημέρα στο μαγαζί σου για να περιμένεις τον πελάτη να μπεί.
Την ίδια κατάρρευση αντιμετωπίζει και το φορολογικό σύστημα, παρά την επίτευξη πρωτογενών «πλεονασμάτων». Η αντικατάσταση κάθε έννοιας δίκαιης και προοδευτικής φορολόγησης από πακέτα φορολογικών επιδρομών οδηγεί στην έκρηξη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, «σαμποτάροντας» την όποια προοπτική ανάκαμψης, αλλά και οδηγώντας στην αναγκαστική παραμονή στην αγορά εργασίας για να καλύπτονται οι ανάγκες που πριν κάλυπτε κάποιο είδος κοινωνικού μισθού.

Οι ΕΝΦΙΑ δεν αποσύρονται, αντικαθίστανται, αλλά και αυτό δεν φτάνει…

Τι θέλουμε να πούμε με όλα τα παραπάνω; Πως οι άνθρωποι που δεν έχουν να πληρώσουν τα χαράτσια να μην πληρώσουν εις βάρος της επιβίωσης τους τίποτα αλλά και να μην χρεωθούν σε αυτό το κράτος, να μην γίνουν οφειλέτες του δηλαδή. Από κει και πέρα όμως, καμία φοροαπαλλαγή (ούτε ακόμα και των χαμηλόμισθων) δεν είναι αίτημα ούτε πολιτική της αριστεράς. Η φοροεπιδρομή δεν εξαπολύεται από κάποιο κράτος του Σκανδιναβικού μοντέλου, εξαπολύεται από το μνημονιακό νεοφιλελεύθερο κράτος που χρησιμοποιεί τους φόρους για να χρηματοδοτεί ταξικές δημοσιονομικές πολιτικές. Οι άνθρωποι που έχουν να πληρώσουν, καλύτερα να ενδιαφερθούν για το τι πληρώνουν. Οι φόροι πρέπει να πληρώνονται για να χρηματοδοτούν δημόσια συστήματα αναδιανομής και κοινωνικού μισθού και όχι πρωτογενή «πλεονάσματα». Η πληρωμή του φόρου είναι το ενδιαφέρον για την απόδοση, την ποιότητα και τη βελτίωση του δημόσιου τομέα. Η αριστερά δεν θα πρέπει να συμμετέχει στην ανάμειξη της δίκαιας οργής αυτών που δεν έχουν να πληρώσουν με την κουτοπόνηρη στάση «…το κράτος δεν μου προσφέρει τίποτα, γιατί να το πληρώνω;…».

Να το πούμε ξεκάθαρα. Την απλή απόσυρση του ΕΝΦΙΑ μπορεί να την κάνει και η κυβέρνηση. Από κει και πέρα όμως, αυτό θα ενισχύσει την ήδη επικρατούσα άποψη πως το δημόσιο δεν μας χρειάζεται, πράγμα που οδηγεί στο να μειωθούν μέχρις εξαφανίσεως οι φόροι για να «ανακουφιστεί» ο κόσμος. Φυσικά, με αυτόν τον τρόπο και η «ανακούφιση» είναι εντελώς προσωρινή και το φορομπηχτικό νεοφιλελεύθερο κράτος δεν θα εξαφανιστεί. Αντιθέτως, αυτό θα ενδυναμωθεί και η εκτεταμένη φοροαποφυγή θα διαλύσει κάθε έννοια πολιτικής διεκδίκησης και θα βλάψει την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Η αντικατάσταση του ΕΝΦΙΑ αλλά και κάθε ΕΝΦΙΑ με ένα δικαιότερο, ισχυρά προοδευτικότερο φορολογικό σύστημα μαζί με τον μετασχηματισμό των δημοσίων υπηρεσιών είναι μονόδρομος και για την πολιτική χρηματοδότησης της αριστεράς (τι χρηματοδοτείται, πώς και γιατί), αλλά και για την ίδια την έννοια της αριστερής και κινηματικής πολιτικής δράσης. Ο ΕΝΦΙΑ πρέπει να αποσυρθεί και αμέσως να αντικατασταθεί από συγκεκριμένο μέτρο ή μέτρα δικαιότερης και αποτελεσματικότερης φορολόγησης. Η απλή απόσυρσή του και η καθυστέρηση της αντικατάστασής του από συγκεκριμένο, ισοδύναμο και σαφώς προοδευτικότερο μέτρο φορολόγησης θα είναι η «χαρά» των ομάδων-στηριγμάτων της μνημονιακής πολιτικής.

Προσδοκίες εκτεταμένης φορολογικής αμνηστίας θα πρέπει να διαψευστούν από τη μόνη εφικτή πολιτική απέναντι στο μνημόνιο και τις φοροεπιδρομές του, που είναι η ανατροπή των δυσμενών κοινωνικών συσχετισμών, η επιτακτική αλλαγή του χαρακτήρα του κράτους και των θεσμών του και ένα πραγματικά δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα ως μια «σύμβαση»-στόχευση από κοινού με την κοινωνία που θα λέει «…από τον καθένα σύμφωνα με τις φορολογικές δυνατότητες του, στον καθένα σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες του…».

rednotebook.gr

Advertisements
This entry was posted in Αρθρα, Οικονομία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s